Iron Maiden: The Book Of Souls (Parlophone 2015) Εκτύπωση

Οι διθυραμβικές κριτικές που έχει λάβει το συγκεκριμένο άλμπουμ, το μεγαλύτερο σε χρονική διάρκεια στην ιστορία των Iron Maiden, είναι μάλλον άστοχες, αν όχι ύποπτες. Οι ερμηνείες σχετικά με τη σπουδαία αποδοχή του έχουν δύο όψεις. Η μία υποστηρίζει ότι αξίζει να επαινείς ένα συγκρότημα που μετά από τόσο χρόνια παρουσίας έχει ακόμα την ικανότητα να δημιουργεί αξιόλογη μουσική. Η άλλη υποστηρίζει ότι επιδιώκεται μια προσπάθεια επιτηδευμένης επιμήκυνσης της δόξας των Iron Maiden, παρά το γεγονός ότι όλα τα μέλη, αθροιστικά, πλησιάζουν τα 350 χρόνια ζωής, άρα η φθορά είναι αναπόφευκτη...

Πάντως, ένας fan των Maiden, όσο αρνητικά διατεθειμένος κι αν είναι προς το πρόσφατο άλμπουμ, είναι δύσκολο να αντισταθεί στις ουκ ολίγες καλές στιγμές του. Είναι δύσκολο να μην παραδεχτεί τις πάμπολλες αρετές που αναβλύζουν από το 'The Book Of Souls'. Μπορεί η τελευταία δισκογραφική κατάθεση των άγγλων μεταλλάδων να μην καταφέρνει να σταθεί στα επίπεδα των κλασικών άλμπουμ των 80s, αλλά, στην τελική, ποιος ανέμενε κάτι τέτοιο; Οι μεγάλες μέρες έχουν περάσει. Τα μέλη των Maiden το γνωρίζουν αυτό, οπότε το μόνο που οφείλουν να κάνουν είναι να μη γίνουν σκιές του εαυτού τους. Με το 'The Book Of Souls' το καταφέρνουν με το παραπάνω.

Ο frontman Bruce Dickinson είχε γύρω στα τριάντα (!) χρόνια να φανεί τόσο ενεργός στη σύνθεση τραγουδιών (ως μέλος του συγκεκριμένου group). Αυτός είναι ο κύριος υπεύθυνος του τραγουδιού 'Empire Of The Clouds', που κλείνει το άλμπουμ. Πρόκειται για το μακροσκελέστατο τραγούδι που έχουν εκδώσει ποτέ οι Maiden. Κατά τη γνώμη μου, όμως, είναι και ένα από τα χειρότερα. Πιο επικό και λυρικό δε γίνεται. Ξεκινάει αρκετά καλά, αλλά στην πορεία γίνεται κουραστικό, με τις εναλλαγές να αφήνουν απορίες σχετικά με το λόγο ύπαρξής του. Έτσι, θα προτιμήσω να σταθώ στα υπόλοιπα τραγούδια, τα οποία, στο σύνολό τους, απαρτίζουν ένα άλμπουμ που χαίρεσαι να ακούς. Το ξεκίνημα με το 'If Eternity Should Fail' είναι εντυπωσιακό και προδικάζει αρκετά επιτυχημένα την πορεία του άλμπουμ. Το επόμενο τραγούδι, όμως, που ονομάζεται 'Speed Of Light' (και που αποτελεί το 'χιτάκι' του 'The Book Of Souls'), δεν ακολουθεί το γενικότερο mood του άλμπουμ. Οι πραγματικές ομορφιές ξεκινούν από το 'The Great Unknown' και μετά. Οι Iron Maiden καταφέρνουν στην επόμενη μία περίπου ώρα να μας δείξουν τι αληθινά έχουν στο νου τους. Οι τρεις κιθαρίστες βρίσκονται σε μεγάλα κέφια, με τα solo τους να εντυπωσιάζουν σε πολλές περιπτώσεις. Όσο για τον McBrain, συνεχίζει και σ' αυτό το άλμπουμ να εφαρμόζει αυτόν τον πιο μεστό τρόπο παιξίματος που υιοθετεί εδώ και δέκα περίπου χρόνια. Ο Dickinson πείθει και τον τελευταίο δύσπιστο σχετικά με την αθανασία της φωνής του, ενώ ο Harris επενδύει αρκετά από τα τραγούδια με τόσο γλυκό σκοτάδι, που δε σου αφήνει περιθώριο να μην τα βάλεις στην καρδιά σου. Συνθέσεις όπως το ομώνυμο, το 'The Red And The Black', το 'When The River Runs Deep' και το 'Shadows Of The Valley' (του οποίου το ξεκίνημα θυμίζει 'Wasted Years') αποτελούν διαμάντια, που δύσκολα προκαλούν ανία. Αξίζει να σημειωθεί πως στο γενικότερο κλίμα του άλμπουμ συμβάλλουν και τα keyboards, τα οποία ασκούν τη διακριτική τους συνοδεία όπου πραγματικά υπάρχει ανάγκη.

Οι Iron Maiden έχουν γίνει πιο progressive από οποιαδήποτε άλλη περίοδο της πορείας τους. Αυτό αποβαίνει σε βάρος του δυναμισμού των τραγουδιών, αλλά και προς όφελος της θεατρικότητας. Επίσης, κάποιες φορές κουράζει, αφού η διαδοχή των τραγουδιών αργεί. Έτσι είναι, όμως, η νέα εποχή των Maiden. Μπορεί να μην είναι η καλύτερη, έχει όμως ικανά πλεονεκτήματα για να μας ωθεί να τη στηρίζουμε.

Κείμενο: Φαίδων Κυτρίδης

Μοιραστείτε το άρθρο με τους φίλους σας