Μην Πυροβολείτε Τον Πιανίστα: Μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά PDF Εκτύπωση E-mail
Παρασκευή, 21 Δεκέμβριος 2012 13:25

Βρέθηκα πριν μερικές μέρες στην παρουσίαση ενός βιβλίου που με τράβηξε μια φίλη που νταραβερίζεται με αυτά. Το είχε γράψει μια συμπεθέρα που γράφει στο web magazine που έχει. Γινόταν σε ένα μπαράκι που γουστάρω, δε ρώτησα πολλά πολλά και σύρθηκα, με μια αθώα και χαλαρή διάθεση.

Ο γνώριμος χώρος και το γνώριμο μπέρμπον ξεκίνησαν ιδανικά το βράδυ μου. Λίγη ψιλή κουβέντα στην είσοδο, χαιρετούρες, κλάψα για την κρίση, κλασικά, αλλά ΟΚ. Μετά τα «προκαταρτικά» των κοινωνικών εκδηλώσεων, μπήκαμε για το…κυρίως πιάτο. Κάπου εκεί άρχισε η κατρακύλα…Η πρόσκληση που έλεγε ότι θα μιλήσει το «τρομερό δίδυμο της μόδας» θα έπρεπε να με υποψιάσει. Αν και το πήρα κάπως ανάλαφρα και σκέφτηκα ότι όπως πάντα στην Ελλάδα, ότι δηλώσεις είσαι. Έτσι «τρομερό δίδυμο» γουστάρετε κοριτσάρες μου να αυτοαποκαλείστε; Θα σας χαλάσω εγώ χατίρι; Εγώ είμαι ο Aphex Twin!

Στο πάνελ έκατσαν 3 γεροντοκόρες, περί τα 40. Ντυμένες σαν άστεγοι που πέτυχαν τον κάδο που βγάζει τα σκουπίδια της η Victoria Beckham και με μια χαζοβιολιά στη μούρη, λες και έβγαιναν σε παράθυρο του Star. Ανασκουμπώθηκα λίγο στην καρέκλα μου και άρχισα να την ψυλλιάζομαι. Το βιβλίο ήταν για μια δυναμική γυναίκα, από το χώρο των περιοδικών μόδας, που ψάχνει να βρει τον έρωτα, προσπαθώντας να ισορροπήσει παράλληλα και την απαιτητική της καριέρα. Κάτι μου θυμίζει αυτή η υπόθεση…Εσένα; (Αν όχι είναι καλό. Σημαίνει ότι δεν είσαι αρκετά θύμα ώστε να σε τραβήξει κάποια γκόμενα να δεις το Sex and the city στο σινεμά.)

Ξεκινάει λοιπόν το πανηγύρι. Παραγγέλνω  το 3ο ποτό και αρχίζω να μασουλάω από ένα πιατάκι ξυροκάρπια που κάποιος όρθιος ακούμπησε στο τραπέζι μου (ως γνωστόν δεν κάνουν refill στα δικά σου με κάθε επόμενο ποτό.) Η κάθε μια από τις δύο παρατρεχάμενες είχε ετοιμάσει ένα κειμενάκι 5 λεπτών, αφού έχουν τη συνήθεια να μη μπορούν να γράψουν κάτι που να έχει και δεύτερη παράγραφο.

Η πρώτη κλάφτηκε για την κρίση. Όχι ρε ηλίθιε για την κρίση που βαράει εσένα. Που το σπίτι σου είναι πιο κρύο και από νεκροταφείο. Που το να βρεις δουλειά είναι σαν να ψάχνεις το Τζόκερ και που κοιτάς το πεζοδρόμιο όταν περπατάς, μήπως βρεις κάνα 2ευρω και συμπληρώσεις για το ρεύμα. Όχι. Η πραγματική ζημιά που έκανε η κρίση είναι που φαλίρισε τα life-style περιοδικά μόδας και όλες οι κόρες του Ντοστογιέφσκι, δε μπορούν πια να πληρώνονται για να γεμίζουν εκείνο το «μαύρο πραγματάκι» δίπλα από τις φωτογραφίες με τη σαβούρα των μεγάλων καταστημάτων.

Η άλλη μας είπε για «πάρτι» που τελείωσε. Που μαζεύονταν στο next hot spot και έπιναν το next hot coktail, συζητώντας για το νέο hot thing των τάσεων και το νέο hot ανορεξικό μοντέλο. Τώρα οι τάσεις τις μόδας, έγιναν τάσεις αυτοκτονίας και το ανορεξικό μοντέλο, το μοντέλο πείνας που εφαρμόζεται. Α, και το μόνο hot που μπορούν να συζητήσουν πλέον είναι το ραδιενεργό hot…dog που έφαγαν με 0,30 στο Μεταξουργείο.

Νόμιζα ότι θα έφτανε ως εδώ το καραγκιοζιλίκι και αν και δεν τρέφω καμία συμπόνια και λύπηση για αυτά τα μασκαριλίκια των καιρών των ευτραφών αγελάδων, κατανοώ ότι όλοι νοσταλγούμε αυτές τις μέρες, ανάλογα με το πώς τις βίωνε ο καθένας. Αλλά όχι (again). Σαν να μην έφτανε αυτό, άρχισε να περιγράφεται ότι η κρίση δεν είναι απαραίτητα κακή, μα ευκαιρία. Ότι πλέον μπορούμε να επικεντρωθούμε σε πιο ουσιαστικά πράγματα. Ότι αντί να κοιτάμε τη μόδα, μπορούμε να δώσουμε προσοχή στην οικογένεια μας, να κάνουμε next hot spot το σπίτι μας και αντί για τα φαντεζί cocktail bars να απολαύσουμε μια βόλτα στο πάρκο.

Μωρή φακλάνα! Τόσα χρόνια δε μπορούσες να πας στο πάρκο; Έπρεπε να φτάσουμε εδώ; Αλλά πριν φόραγες τη νέα τακούνα του Manollo και φοβόσουν μην πατήσεις καμιά σβουνιά από κάνα αδέσποτο, το οποίο θα ήταν tres banale! Τώρα που σε έκοψε η αφραγκία το θυμήθηκες και μας λες ότι είναι και ευκαιρία; Και γιατί είναι ευκαιρία; Μήπως γιατί παρόλο που το παίζεις υπεράνω τώρα για να μη σε λένε σούργελο, μέσα σου ελπίζεις ότι θα επιστρέψει και θα σε βγάλει από την άβολη αυτή θέση;

Σηκώθηκα και έφυγα. Αν ήθελα να δω κι άλλες κωλοτούμπες θα άνοιγα ειδήσεις ή θα πήγαινα σε τσίρκο. ..

Μετά από μερικές μέρες καθώς άραζα στον καναπέ πίνοντας ένα ταπεινό καφεδάκι αισθανόμουν ότι κάτι έχασα, ότι κάτι λείπει ρε αδερφέ! Αυτό που δεν ξέρεις τι είναι, αλλά είσαι σίγουρος πως κάτι δεν πάει καλά. Ξέρεις τώρα! Ήθελα κάτι να πιάσω στο χέρι μου να διαβάσω αλλά το Sound on Sound το είχα ξεκοκαλίσει και ήμουν σε μήνα που δε βγαίνει το Tape Op. Αλλά πάντα είχα και άλλο ένα έντυπο στο τραπεζάκι. Ήταν ελληνικό. Το μοναδικό εξειδικευμένο περιοδικό ήχου που έβγαζε αυτός ο βασανισμένος τόπος, με συντάκτες γνωστές και μη εξαιρετέες φάτσες του χώρου. Δεν ήταν το πιο cutting edge, αλλά στα νιάτα μου με είχε βοηθήσει να κατανοήσω πολλά πράγματα, ήταν ακόμα πολύ ενδιαφέρον και χαιρόμουν πάντα να διαβάζω ανθρώπους που ζούσαν στην ίδια πραγματικότητα με εμένα και όχι στα Abbey Road και στα Studioplex της California. Έβρισα λίγο, που δεν το βρήκα, καταράστηκα τον περιπτερά, και έπιασα στο χέρι το μαραφέτι που λέγετε λάπτοπ για να δω που μπορώ να το εντοπίσω, έστω και καθυστερημένα. Μετά από λίγο ψάξιμο κατάλαβα ότι έχει αναστείλει τη λειτουργία του λόγω οικονομικών δυσκολιών και το μέλλον του μοιάζει πολύ δυσοίωνο.

Αισθάνθηκα αδικημένος. Σχεδόν στεναχωρημένος. Ήταν σαν μια ακόμη υπενθύμιση ότι τα πράγματα όπως τα ξέραμε πάνε μαζικά κατά διαόλου. Ταυτόχρονα όμως με έκανε να σκεφτώ ότι μαζί με τα χλωρά καίγονται και τα ξερά. Ότι η κρίση μπορεί να έστειλε πρώτα έξω από το παράθυρο όλη τη σαβούρα και τη φτήνια, μα στην πορεία και τα λίγα πράγματα που αξίζουν, την πληρώνουν και αυτά. Όπως ακριβώς και άνθρωποι.

Ίσως λοιπόν, αν θέλουμε να κρατήσουμε ζωντανά τα μικρά πράγματα που μας θυμίζουν ότι είμαστε ζωντανοί, θα πρέπει να τα υποστηρίξουμε. OK, καλά τα φαντεζί ξένα περιοδικά, μα ποτέ δεν τα ένοιωσα δικά μου σαν αυτό. Και αισθάνομαι ένοχος για τα λίγα χαμένα τεύχη που μου λείπουν και ίσως να το είχαν κρατήσει στην κυκλοφορία. Για τη συναυλία του γαμάτου indie ελληνικού συγκροτήματος που δεν πήγα, ενώ έσκασα ένα κάρο λεφτά για να δω κάτι ραμολιμέντα που έρχονται κατά καιρούς από το εξωτερικό. Για το cd που δεν πήρα από το μικρό δισκοπωλείο, αλλά το παρήγγειλα από το Amazon γιατί ήταν λίγο φθηνότερο. Για το mastering ενός single που το έστειλα σε έναν τύπο στου διαόλου τη μάνα, αντί να προτιμήσω ένα εγχώριο στούντιο.

Δεν έχω κανένα εθνικό ή πατριωτικό έρεισμα. Δε δίνω δεκάρα για κανένα ελληνικό ή μη προϊόν που μου λένε να το αγοράσω για να σωθεί η οικονομία ή η χώρα. Εδώ μιλάμε για πράγματα που αγαπάμε. Για πράγματα που μας έκαναν αυτό που είμαστε. ΟΚ, όλα πάνε κατά διαόλου. Αύριο τελειώνει ο κόσμος και πιθανότατα να είναι ότι καλύτερο συνέβη μέσα στο 2012. Αλλά αν δεν τελειώσει, ας προσπαθήσουμε παρ’ όλες τις δυσκολίες να προασπίσουμε όσα αξίζουν για μας, για να μην τα πάρει η μπάλα της κρίσης και της μιζέριας. Γιατί τι νόημα έχει να επιβιώσουμε από όλο αυτό αν η καθημερινότητα μας είναι φτωχή από όλα αυτά που γουστάραμε;

Κείμενο: Θάνος Λυμπερόπουλος

Περισσότερα άρθρα της στήλης, εδώ

Μοιραστείτε το άρθρο με τους φίλους σας