26.8 C
Athens
Παρασκευή, 7 Αυγούστου, 2026
spot_img

Πέντε μήνες χωρίς τον Ozzy, δέκα χρόνια χωρίς τον Lemmy (και τον Philthy)

Ozzy - Lemmy

Η πορεία του Ozzy Osbourne ξεκινάει πριν καν συμπληρώσει τα είκοσί του χρόνια. Η προσπάθεια καρποφορεί γρήγορα και σφραγίζει ανεξίτηλα την παγκόσμια μουσική. Με αρχή το 1970 (όταν το ομότιτλο album των Black Sabbath βλέπει το φως της ημέρας) και τέλος το 2022 (όταν γίνεται πραγματικότητα το τελευταίο album της solo καριέρας του), το δισκογραφικό υλικό που λαμβάνουμε στα χέρια μας είναι πολύ. Πάρα πολύ! Ας θέσουμε τα πράγματα σε χρονολογική σειρά κι ας ξεχωρίσουμε ένα τραγούδι από κάθε album που φέρει – σε πρωταγωνιστικό ρόλο – το όνομα του Ozzy.

Black Sabbath, 1970. Η πρώτη δουλειά των Black Sabbath δεν έχει τίτλο. Αποτελεί γνωριμία με το θρυλικό όνομα και τον ακόμα πιο θρυλικό ήχο του συγκροτήματος. Και είναι απλώς απίστευτη από το πρώτο έως το τελευταίο λεπτό της! Μία από τις συνθέσεις, στις οποίες βάζει το χεράκι του ο Ozzy, είναι το “The Wizard”, ένα από τα καλύτερα τραγούδια του αγγλικού group. Ίσως το καλύτερο…

Paranoid, 1970. Αφού παρέλθουν τα πρώτα εκπληκτικά 35 λεπτά του δεύτερου album των Black Sabbath, ένα ακόμα πιο εκπληκτικό φινάλε καραδοκεί. Ακούει στο όνομα “Fairies Wear Boots” και τιμάει τα γλυκά ταξίδια στον κόσμο των παραισθησιογόνων.

Master of Reality, 1971. Στο συγκεκριμένο album φιλοξενούνται τα διαμάντια “Sweet Leaf”, “Solitude” και “Into the Void”. Ένα ανεπαίσθητο κλικ παραπάνω, όμως, βρίσκεται το “Children of the Grave”. Μεταξύ άλλων, παρέχει άφθονη έμπνευση για τη δημιουργία αυτού που αργότερα ονομάζεται stoner.

Vol 4, 1972. O ψυχεδελικός πλουραλισμός της συγκεκριμένης δουλειάς αποτελεί διδαχή στο χώρο της metal μουσικής. Παρά το βαρύ φορτίο των τριών προηγούμενων κορυφαίων album, οι Black Sabbath δεν πτοούνται. Προσφέρουν άλλη μια κοφτερή δεκάδα τραγουδιών, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει το “Snowblind”.

Sabbath Bloody Sabbath, 1973. Το ομώνυμο, εισαγωγικό τραγούδι του εξαιρετικού αυτού album ξεκινάει με ένα απίστευτο riff. Κάτι περισσότερο από τρία λεπτά αργότερα, η σύνθεση επιφυλάσσει ένα ακόμα καλύτερο riff, από τα πιο «τρομακτικά» που έχουν υπάρξει ποτέ στην ιστορία των Black Sabbath.

Sabotage, 1975. Η μετάβαση από τη doom αγριότητα στη flower power γαλήνη βρίσκει το δάσκαλό της στο “Symptom of the Universe”. Αγαπημένο αμέτρητων μεταλλάδων, το εν λόγω τραγούδι βυθίζεται στο έρεβος κατά τα πρώτα 2/3 της διάρκειάς του και αναδύεται στο φως κατά το υπόλοιπο 1/3.

Technical Ecstasy, 1976. Όταν ο τραχύς ήχος της κιθάρας συναντάει την ατμόσφαιρα και το συναίσθημα, τότε γεννιέται ένα τραγούδι σαν το “You Won’t Change Me”. Αυτός ο ύμνος των εξίμισι λεπτών κοσμεί ένα album, που δεν ανήκει στα πλέον αγαπητά των φίλων του Ozzy.

Never Say Die!, 1978. Το βαρύ κλίμα εντός του Black Sabbath στρατοπέδου, στα τέλη των70s, δεν εμποδίζει τη δημιουργία μερικών υπέροχων συνθέσεων. Το ομότιτλο, εισαγωγικό τραγούδι του συγκεκριμένου album συνδυάζει ταχύτητα και απλότητα, μπροστά από ένα rock ‘n’ roll φόντο.

Blizzard of Ozz, 1980. Η πρώτη solo δουλειά του Ozzy αποτελεί μια από τις αγαπημένες του ίδιου. Παρέα με τον αδικοχαμένο Randy Rhoads και τον αδικημένο Bob Daisley, ο χαρισματικός frontman ζωγραφίζει μελωδίες που μένουν στη metal ιστορία. Πιο χαρακτηριστική απ’ αυτές, το “Crazy Train”.

Diary of a Madman, 1981. Μέσα από τη rock ‘n’ roll αισθητική του, το τραγούδι “Flying High Again” αποκαλύπτει μια μπάντα, που όχι μόνο βρίσκεται σε δημιουργικό οίστρο, αλλά ταυτόχρονα κάνει χαβαλέ και περνάει καλά. Πολύ καλά!

Bark at the Moon, 1983. Το φρικαλέο εξώφυλλο του album συνεχίζει την artwork λογική του προκατόχου του, 80s γαρ… Όσο για το μουσικό περιεχόμενο, μάλλον ξεχωρίζει το ομώνυμο τραγούδι, που καταφέρνει να δημιουργήσει ένα ιδιαίτερα ατμοσφαιρικό metal σκηνικό.

The Ultimate Sin, 1986. Η δεκαετία του ’80 βρίσκεται στο απόγειό της, αλλά ο Ozzy σε μια δύσκολη φάση της καριέρας του. Κι όμως, καταφέρνει να δημιουργήσει ένα album με μερικά άκρως αξιομνημόνευτα τραγούδια, που ακόμα και σήμερα, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά, ακούγονται φρέσκα και ευχάριστα. Τα “Secret Loser”, “Never Know Why” και “Fool like You” είναι τα κυριότερα, μαζί (φυσικά) με το εισαγωγικό ομώνυμο. Εκείνο, όμως, που κάνει την τεράστια διαφορά είναι το “Shot in the Dark”, που αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ύμνους της αμφιλεγόμενης εκείνης δεκαετίας. Δε θα σταματήσουμε να το λατρεύουμε!

Νo Rest for the Wicked, 1988. Το album αυτό αποτελεί την είσοδο σε μια νέα εποχή, αφού ξεκινάει η συνεργασία του Ozzy με τον Zakk Wylde. Όγκος αρχίζει να κατακλύζει τη μουσική του αγαπημένου frontman και το highlight “Breaking All the Rules” στοιχειώνει τα αυτιά μας ακόμα και σήμερα.

No More Tears, 1991. Εδώ η κατάσταση αρχίζει να δυσκολεύει… Διότι το album αυτό κυκλοφορεί μόλις μία εβδομάδα πριν από την επανάσταση, που ακούει στο όνομα “Nevermind”… Μια τέτοια επανάσταση κρίνεται ΑΠΟΛΥΤΩΣ αναγκαία, αλλά αυτό δεν αναιρεί τη διαχρονικότητα του ομότιτλου τραγουδιού της έκτης προσωπικής δουλειάς του Ozzy.

Ozzmosis, 1995. To album που ποτέ δεν αγαπήθηκε από το ευρύ φάσμα οπαδών του Ozzy περιλαμβάνει ένα από τα καλύτερα τραγούδια που ο αξέχαστος τραγουδιστής μάς έχει προσφέρει, ever: “I Just Want You”. Τα λόγια περιττεύουν…

Down to Earth, 2001. Το εξαετές «κενό» ανάμεσα στο συγκεκριμένο album και τον προκάτοχό του σπάει λιγάκι με τη συλλογή “The Ozzman Cometh”, που περιέχει την ωραιότατη εκτέλεση του “Back on Earth”. Όταν, τελικά, έρχεται η ώρα του “Down to Earth”, αποκαλύπτεται ένα άκρως δεμένο σύνολο έντεκα τραγουδιών, με κορυφαίο το “Facing Hell”.

Black Rain, 2007. Μπορεί να μην αποτελεί ιδιαίτερα αξιομνημόνευτο δισκογραφικό βήμα του Ozzy, ωστόσο το βαρύ κι ασήκωτο τραγούδι “Countdown’s Begun” προσφέρει πέντε απολαυστικά λεπτά πραγματικού metal ήχου.

Scream, 2010. Ένα από τα πιο επιθετικά τραγούδια του Ozzy, με εμφανείς τις punk καταβολές και έντονη την τραχύτητα της κιθάρας, ανήκει στο album που σφραγίζει τριάντα χρόνια solo καριέρας του. Δεν είναι άλλο από το “Fearless”.

13, 2013. Στο τελευταίο album των Black Sabbath, το όνομα του drummer έχει τέσσερα γράμματα, με πρώτο το Β. Το επώνυμο του drummer έχει επίσης τέσσερα γράμματα, με πρώτο το W. Καλά μαντέψατε, δεν είναι ο Bill Ward. Τα υπόλοιπα τρία μέλη της παλιάς εκείνης παρέας των 70s είναι παρόντα με το παραπάνω. Δημιουργούν μια άκρως αξιόλογη δουλειά, που με βάθρο το ένδοξο παρελθόν μεταπηδάει με αυτοπεποίθηση στη σύγχρονη εποχή. Το τραγούδι “Loner” δεν αποτελεί τη μοναδική απόδειξη, αλλά σίγουρα μια απ’ τις πιο εύστοχες.

Ordinary Man, 2020. To album που σφραγίζει τα σαράντα χρόνια solo καριέρας του Ozzy, περιέχει το υπέροχο αυτοβιογραφικό τραγούδι “Under the Graveyard”. Λειτουργεί εξιλεωτικά τόσο για τον ίδιο, όσο και για όσους τον αγάπησαν.

Patient Number 9, 2022. Στο τελευταίο album του John Michael Osbourne, πλήθος ηχηρών ονομάτων δίνουν το παρόν. Ένα απ’ αυτά είναι του Τony Iommi, που συμπορεύεται (λιγότερο ή περισσότερο) με τον Ozzy στα εύκολα και στα δύσκολα. Η κιθάρα του στο τραγούδι “No Escape from Now”, τόσο σε επίπεδο riff, όσο και σε επίπεδο solo, ανεβάζει αισθητά τον πήχη της τελικής αυτής δουλειάς.

Η μουσική πορεία του Lemmy ξεκινάει το 1965 και τελειώνει το 2015. Κατά τη διάρκεια αυτών των πενήντα χρόνων, ο Lemmy καταφέρνει να εδραιωθεί ως μια από τις πιο αναγνωρίσιμες rock προσωπικότητες. Είναι ο καλύτερος; Όχι. Είναι ο πιο καινοτόμος; Όχι. Είναι τεχνικά άρτιος; Όχι. Έχει ωραία φωνή; Όχι. Είναι showman; Όχι. Έχει, όμως, μικρές δόσεις από κάθε θετικό συστατικό που συνθέτει μια μεγάλη μουσική μορφή: αυθεντικότητα, ένστικτο, αίσθηση χιούμορ, ειλικρίνεια, όρεξη για περιπέτεια, συστολή. Και όλα αυτά τον κάνουν αγαπητό. Πολύ αγαπητό! Όπως παραπάνω, ας θέσουμε τα πράγματα σε χρονολογική σειρά κι ας ξεχωρίσουμε ένα τραγούδι από κάθε album που φέρει – σε πρωταγωνιστικό ρόλο – το όνομά του.

Doremi Fasol Latido, 1972. Το τρίτο album των Hawkwind είναι το πρώτο στο οποίο ο Lemmy συμμετέχει. Η αλλαγή που επιφέρει η παρουσία του νέου μέλους στο συγκρότημα είναι φανερή και καλοδεχούμενη. Αν και το εισαγωγικό “Brainstorm” με τα εντεκάμισι λεπτά διάρκειας είναι highlight του album, το “Lord of Light” είναι αυτό που κλέβει την καρδιά μας.

Hall of the Mountain Grill, 1974. Με διάρκεια παρόμοια με αυτή του προκατόχου του, αλλά με ύφος σαφώς πιο ανάλαφρο και αιθέριο, το τέταρτο album των Hawkwind περιέχει μερικά διαμάντια, ανάμεσα στα οποία δεσπόζει το “Paradox”.

Warrior at the Edge of Time, 1975. Αυτό το αριστούργημα της space rock μουσικής αποτελεί σίγουρα υπόδειγμα και σημείο αναφοράς για πολλά μελλοντικά συγκροτήματα. Αν και κάποιες στιγμές του, πχ. τα “Opa Loka” και “Magnu” συνεχίζουν να στοιχειώνουν τον εγκέφαλό μας, είναι το “The Golden Void” αυτό που κάνει τη μεγάλη διαφορά.

Motörhead, 1977. Υπαρκτό ήδη από το 1974, το τραγούδι “Lost Johnny” αποκτάει την πιο ολοκληρωμένη μορφή του στο ντεμπούτο album των Motörhead. Με οδηγό τη rock ‘n’ roll απλότητα, η αρχική δουλειά του αξέχαστου συγκροτήματος θέτει τη βάση μιας σπουδαίας ιστορίας.

Overkill, 1979. Το για πολλούς καλύτερο album των Motörhead κλείνει με το άψογο “Limb from Limb”. Το μπάσο βρυχάται, τα drums γεμίζουν άριστα και η κιθάρα ζωγραφίζει ασταμάτητα μια ραχοκοκαλιά που γεμίζει την ψυχή μας. Υποκλίνομαι, ωστόσο, σε όσες και όσους θα διάλεγαν το “I’ll Be Your Sister”…

Bomber, 1979. Η τελευταία χρονιά των 70s αντιστέκεται σθεναρά στον ερχομό και τη διαφαινόμενη επέλαση των 80s. Αυτό φαίνεται από τις δύο κυκλοφορίες των Motörhead, κατά τη χρονιά αυτή. Το “Poison” διαθέτει μια από τις πιο όμορφες μελωδίες που έχουν φτιάξει ποτέ μαζί ο Lemmy, o Fast Eddie κι ο Phil.

Ace of Spades, 1980. To album που παντρεύει τη rock ‘n’ roll και τη metal με τον καλύτερο τρόπο είναι γεμάτο με απίστευτα τραγούδια. Θα γινόταν μεγάλη μάχη για την ανάδειξη του καλύτερου. Ο ομότιτλος δυναμίτης, το “Love Me Like a Reptile” και το “(We Are) The Road Crew” σίγουρα καταλαμβάνουν πρώτες θέσεις στην καρδιά πολλών. Το “The Chase Is Better than the Catch”, όμως, έχει κάτι το ιδιαίτερο…

Iron Fist, 1982. Το πέμπτο album των Motörhead καταφέρνει να διχάσει, όχι μόνο το κοινό του συγκροτήματος, αλλά και το ίδιο το συγκρότημα. Παρά τις αδυναμίες του, έχει μπόλικες στιγμές που έχουν χαραχτεί ανεξίτηλα στο νου μας. Ο ομότιτλος δυναμίτης, το “Go to Hell” και το “America” σίγουρα καταλαμβάνουν πρώτες θέσεις στην καρδιά πολλών. Το “(Don’t Need) Religion”, όμως, έχει κάτι το ιδιαίτερο…

Another Perfect Day, 1983. Κλίνοντας περισσότερο προς τη metal, συγκριτικά με τους προκατόχους του, το έκτο album των Motörhead διχάζει ξανά. Η δυσάρεστη απουσία του Eddie Clarke αντισταθμίζεται από την ευχάριστη παρουσία του Brian Robertson. Μερικά από τα πιο σπουδαία παραδείγματα της καταλυτικής συνεισφοράς του τελευταίου είναι το ομώνυμο τραγούδι, το “Dancing on Your Grave” και το “I Got Mine”. Αλλά είναι το “One Track Mind” αυτό που τελικά κατακτάει την κορυφή.

Orgasmatron, 1986. Το όμορφα εφιαλτικό ομώνυμο τραγούδι της έβδομης δουλειάς των Motörhead αποτελεί μια από τις πιο εμβληματικές συνθέσεις του group. Όσο υπέροχα ξεκινάει το album με το “Deaf Forever”, τόσο υπέροχα τελειώνει με το “Orgasmatron”!

Rock ‘n’ Roll, 1987. Πόσο ωραία ηχούσε στ’ αυτιά μας η φράση “We are Motörhead, we play rock ‘n’ roll!” από το στόμα του Lemmy, πριν την έναρξη κάθε εμφάνισης του group… Έτσι, το ομώνυμο τραγούδι εκείνου του album που κυκλοφόρησε το 1987 δε θα μπορούσε να μην είναι το καλύτερο.

1916, 1991. Mε το “1916”, οι Motörhead πραγματοποιούν το πιο δυναμικό μπάσιμο στα 90s. Το album ξεχειλίζει από χαβαλέ, punk μοτίβα, μπύρα και θετική ψυχολογία. Με εξαίρεση το outsider ομώνυμο τραγούδι, με το οποίο ολοκληρώνεται το album, όλα τα υπόλοιπα συναγωνίζονται για την πρώτη θέση. Φαβορί είναι τα “Going to Brazil”, “Make My Day”, “Love Me Forever” και “The One to Sing the Blues”, ωστόσο το πρωτάθλημα μάλλον καταλήγει στο “No Voices in the Sky”.

March ör Die, 1992. Αναρωτιέμαι τι είδους στραβοπάτημα θεωρείται ένα album, που περιέχει τραγούδια όπως τα “Bad Religion”, “Hellraiser”, “You Better Run”, μα και την εξαιρετική διασκευή του “Cat Scratch Fever”. Και γύρω στη μισή ώρα μετά το ξεκίνημα του album, σκάει το απίστευτο “Too Good to Be True”. Από την άλλη, βέβαια, η αδύναμη παραγωγή είναι γεγονός και η απουσία του τεράστιου Philthy ‘Animal’ Taylor κάτι παραπάνω από εμφανής.

Bastards, 1993. Η παγίωση του Mikkey Dee στο drum kit των Motörhead ανοίγει μια νέα εποχή για το συγκρότημα. Αγαπητό από τον ίδιο τον Lemmy, αλλά και από μεγάλη μερίδα οπαδών του group, το “Bastards” γοητεύει με τα τραγούδια του. Ειδικά με το “I Am the Sword”.

Sacrifice, 1995. Όταν κάποιος σκέφτεται το “Sacrifice”, χαίρεται και λυπάται ταυτόχρονα. Η χαρά οφείλεται στο μουσικό περιεχόμενο και η θλίψη οφείλεται στον Würzel. Είναι η τελευταία πλήρης συμμετοχή του σε album των Motörhead. Αποφέρει, όμως, διαμάντια, με κυριότερο το “Over Your Shoulder”.

Overnight Sensation, 1996. Πλέον, οι Motörhead λειτουργούν ξανά ως power trio. Ο κόσμος αγκαλιάζει τη συγκεκριμένη δισκογραφική προσπάθεια, που έχει να επιδείξει σπουδαίες συνθέσεις. Το εισαγωγικό “Civil War” σπάει κόκαλα, το “I Don’t Believe a Word” συγκινεί, μα το “Love Can’t Buy You Money” διακρίνεται.

Snake Bite Love, 1998. Περιέχει το εξαίσιο “Dead and Gone”, αλλά και συνθέσεις, που ακόμα και τα ίδια τα μέλη του group θεωρούν ως μερικές από τις πιο άστοχες που έχουν δημιουργήσει. Δεν παύει, όμως, να είναι ένα ακόμα album των Motörhead. Πώς μπορεί να είναι κακό;

We Are Motörhead, 2000. Κάθε φορά που αλλάζει η δεκαετία, οι Motörhead πραγματοποιούν μια εμφατική δήλωση. Το είχαν ξανακάνει το 1980 και το 1991. Το εισαγωγικό, ομότιτλο τραγούδι του 15ου album αποτελεί την καλύτερη απόδειξη.

Hammered, 2002. Το συγκεκριμένο album λειτουργεί ως σπουδαίο παράδειγμα νεανικού δυναμισμού και γηραιάς ωριμότητας. Άλλοτε πιο αργό κι άλλοτε πιο γρήγορο, το “Hammered” προσφέρει rock απλότητα και metal ηχητική, με μια ανεπαίσθητη pop δόση. Χωρίς πολλά πολλά λόγια, το τραγούδι “Shut Your Mouth” κόβει κώλους.

Inferno, 2004. Πιστό στο κλίμα του προκατόχου του, το “Inferno” συνεχίζει να προκαλεί ευχάριστα με τον όγκο του, την τραχύτητά του και τους αποφασιστικούς ρυθμούς του. Τραγούδια σαν το “In the Name of Tragedy” πρέπει πάντα να ακούγονται πολύ δυνατά.

Kiss of Death, 2006. Κάτι περισσότερο από σαράντα χρόνια μετά την ίδρυσή τους και κάτι λιγότερο από σαράντα χρόνια μετά το full-length δισκογραφικό τους ξεκίνημα, οι Motörhead αποδεικνύουν πως είναι ακόμα ικανοί να δημιουργούν in-your-face μουσική. Το εισαγωγικό “Sucker” ισοπεδώνει τα πάντα με το καλημέρα, αλλά ο θυμός του “Be My Baby” βγαίνει νικητής.

Motörizer, 2008. Όταν ένα album ξεκινάει με ένα τραγούδι όπως το “Runaround Man”, δε μπορεί παρά να είναι άψογο. Περισσότερα λόγια είναι περιττά.

The Wörld Is Yours, 2010. Σε αυτό το προχωρημένο στάδιο της καριέρας τους, οι Motörhead επιλέγουν κάτι από Stones, κάτι από AC/DC, κάτι από Ramones και κάτι από Elvis και τα ενσωματώνουν πιο «απενοχοποιημένα» από ποτέ στον πυρήνα τους. Το “Get Back in Line” ίσως να μην είναι το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα του παραπάνω ισχυρισμού, αλλά ρε φίλε γαμάει!

Aftershock, 2013. Ο τίτλος περιγράφει εύστοχα το σύμπτωμα μετά την ακρόαση του album. Τι να διαλέξει κανείς; Το “Death Machine”; Το “Going to Mexico”; Το “Lost Woman Blues”; Το “Silence When You Speak to Me”; Το “Heartbreaker”; Εγώ πάντως θα σταθώ στο “Knife”.

Bad Magic, 2015. Και κάπου εδώ, γύρω στα σαράντα χρόνια μετά, το μεγάλο πάρτυ τελειώνει. Και είμαστε τυχεροί που κράτησε τόσο και είχαμε την ευκαιρία να το ζήσουμε. Λυπάμαι βαθύτατα που αυτή είναι η τελευταία κατάθεση του Ian Fraser Kilmister, αλλά ταυτόχρονα χαίρομαι βαθύτατα που τα τραγούδια του είναι τόσο, μα τόσο γαμάτα! Εύκολα θα ξεχώριζε κανείς το “Till the End”, ως το καταλληλότερο soundtrack ενός τέλους. Εγώ ξεχωρίζω κάτι πιο αντιπροσωπευτικό του attitude αυτού του ανυπέρβλητου group: “Evil Eye” και ξερό ψωμί!

Υ.Γ. 1. O Ozzy συνεργάστηκε με πολλούς. Άξια μνείας είναι η συμμαχία του με τους Coal Chamber, στα τέλη των 90s, που ως αποτέλεσμα έχει την εξαιρετική διασκευή του “Shock the Monkey” του Peter Gabriel.

Υ.Γ. 2. Κι ο Lemmy συνεργάστηκε με πολλούς. Αξίζει να θυμηθούμε τη συμμετοχή του στο supergroup των Probot, όπου ερμηνεύει το τραγούδι “Shake Your Blood”.

Υ.Γ. 3. Στις αρχές των 90s, Ozzy και Lemmy βρίσκονται στον ίδιο χώρο, δημιουργώντας το τραγούδι “I Ain’t No Nice Guy”. Περισσότερη αίσθηση, όμως, προκαλεί ένας άλλος καρπός συνεργασίας τους, την ίδια περίοδο. Πρόκειται για το τραγούδι “Hellraiser”. Εμφανίζεται το 1991 στο προσωπικό album του Ozzy, “No More Tears”, με ερμηνευτή τον ίδιο. Ένα χρόνο μετά, εμφανίζεται στο album “March ör Die” των Motörhead, με ερμηνευτή τον Lemmy. Τελικά, πριν από τέσσερα χρόνια, δημοσιεύεται η λυτρωτική, ταυτόχρονη ερμηνεία από τους δυο τους.

Επιμέλεια: Φαίδωνας Κυτρίδης

Related Articles

Τελευταία Νέα

X