
Το πέμπτο album των Motörhead, “Iron Fist”, κυκλοφόρησε στις 17 Απριλίου του 1982. Θεωρείται ένα από τα πιο σεβαστά album του συγκροτήματος. Ωστόσο, ψάχνοντας κανείς στον ατελείωτο αριθμό οπαδών του group, θα ανακαλύψει πως υπάρχει μια επίσης σεβαστή μερίδα ανθρώπων, που το αντιμετωπίζουν κάπως ψυχρά…
Κανείς δεν αρνείται το γεγονός ότι η αποστολή του “Iron Fist” ήταν δύσκολη. Οι προηγούμενες, αχτύπητες δουλειές των Motörhead (βλ. “Overkill”, “Bomber” και “Ace Of Spades”) είχαν θέσει πολύ ψηλά τον πήχη. Ακόμα και οι ίδιοι οι δημιουργοί θα δυσκολεύονταν να τον ξεπεράσουν.
Πράγματι, το “Iron Fist” είναι σχετικά υποδεέστερο σε σχέση με τα προαναφερθέντα album, χωρίς να σημαίνει πως είναι κακό. Για την ακρίβεια, είναι ένα άκρως δυναμικό album, που δίκαια κατέχει την ξεχωριστή θέση που κατέχει. Αδικείται από την παραγωγή του και από το δύσκολο timing στο οποίο δημιουργήθηκε. Ο ομότιτλος δυναμίτης, με τον οποίο το album ανοίγει, αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες στιγμές στην ιστορία των Motörhead. Ακολουθείται από επίσης αξέχαστα τραγούδια, όπως τα “Loser”, “Go to Hell”, “America” και “Don’t Need (Religion)”. Ο γενικότερος ήχος του album, όμως, φαντάζει κάπως «απόμακρος» και θολός. Ίσως ήταν λάθος που την παραγωγή ανέλαβε ο “Fast” Eddie Clarke, κιθαρίστας του group, αντί κάποιου άλλου, πιο έμπειρου στον τομέα.
Τελικά, ελάχιστο καιρό μετά την κυκλοφορία του “Iron Fist”, o Fast Eddie εγκατέλειψε τους Motörhead. Έτσι, το εν λόγω album μετατράπηκε στο τελευταίο του τεράστιου αυτού κιθαρίστα, του οποίου αντικαταστάτης, για μόλις ένα χρόνο, θα γινόταν ο Brian Robertson.
Σαράντα και επιπλέον χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το “Iron Fist” εξακολουθεί να ξεσηκώνει. Μπορεί διάφορες «στραβές» να το στιγμάτισαν, αλλά δεν παύει να αποτελεί ένα χαρακτηριστικό album του θρυλικού συγκροτήματος.
Επιμέλεια: Φαίδωνας Κυτρίδης


