25.1 C
Athens
Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου, 2026
spot_img

Villagers Of Ioannina City: Venceremos (Napalm Records 2026)

Villagers Of Ioannina City - Venceremos

Επτά χρόνια είναι μεγάλο διάστημα. Αρκετό ώστε ένας δίσκος να αποκτήσει σχεδόν μυθικές διαστάσεις, ιδιαίτερα όταν αυτός που προηγήθηκε ήταν το “Age Of Aquarius”.

Με εκείνο το album, οι Villagers Of Ioannina City κατάφεραν κάτι που λίγες ελληνικές μπάντες έχουν πετύχει σε τέτοια έκταση.

Ξέφυγαν από τα όρια της εγχώριας heavy rock σκηνής χωρίς να αποποιηθούν τίποτα από όσα τους έκαναν εξαρχής ξεχωριστούς. Το ηπειρώτικο μουσικό ιδίωμα, η ψυχεδέλεια, το stoner βάρος και οι progressive φιλοδοξίες τους έπαψαν να ακούγονται ως στοιχεία ασύνδετα μεταξύ τους. Έγιναν μία ενιαία μουσική γλώσσα.

Το “Venceremos” είχε επομένως ένα δύσκολο έργο.

Και για μένα τουλάχιστον, το βασικό ερώτημα πριν από την πρώτη ακρόαση δεν ήταν αν οι VIC μπορούν να γράψουν ξανά έναν καλό δίσκο. Ήταν αν μπορούν να προχωρήσουν μετά το “Age Of Aquarius” χωρίς είτε να το αντιγράψουν είτε να προσπαθήσουν υπερβολικά να αποδείξουν ότι έχουν αλλάξει. Η απάντηση που δίνει το “Venceremos” είναι πειστική ακριβώς επειδή δεν κάνει ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Ο κόσμος στον οποίο επιστρέφουν οι VIC σε αυτή την δουλειά είναι διαφορετικός. Αν το “Age Of Aquarius” κοιτούσε συχνά προς τα πάνω, προς το σύμπαν, την πνευματικότητα και την ανθρώπινη ύπαρξη μέσα σε κάτι μεγαλύτερο από αυτήν, το “Venceremos” στρέφει το βλέμμα προς τα κάτω, στη γη και στον κόσμο που έχουμε φτιάξει πάνω της. Στην αποξένωση, στον φόβο, στη βία, στον έλεγχο, αλλά και στην αντίσταση απέναντί τους.

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη μετατόπιση του νέου δίσκου. Το “Venceremos” είναι περισσότερο γήινο, σωματικό και συγκρουσιακό. Εκεί όπου ο προκάτοχός του αναζητούσε, εδώ οι VIC μοιάζουν να έχουν βρει κάτι για το οποίο αξίζει να πάρουν θέση.

Ο τίτλος («Θα νικήσουμε») άλλωστε δύσκολα αφήνει περιθώριο παρερμηνείας…

Θα ήταν όμως άδικο να περιορίσουμε ολόκληρο τον δίσκο σε ένα επαναστατικό σύνθημα. Όσο περισσότερο τον ακούω, τόσο περισσότερο θεωρώ ότι η «νίκη» για την οποία μιλά δεν παρουσιάζεται ως βεβαιότητα. Είναι περισσότερο μια επιλογή απέναντι στον φόβο και την παραίτηση. Πίσω από τη δυστοπική αφήγηση ενός κόσμου ελέγχου, ψευδαισθήσεων και σύγχρονων «αρχόντων» βρίσκεται η πολύ παλιά ανθρώπινη ιδέα, ότι η ελευθερία δεν είναι μια κατάσταση που κατακτήθηκε κάποτε και έκτοτε μας ανήκει. Χρειάζεται να διεκδικείται ξανά και ξανά.

Το σύντομο “Alienation” ανοίγει τον δίσκο περισσότερο σαν είσοδος σε αυτόν τον κόσμο παρά σαν αυτόνομη σύνθεση. Και στην άλλη πλευρά της βρίσκεται το “Home”, όπου συναντάμε ίσως τους VIC στην πιο αναγνωρίσιμη μορφή τους. Δέκα λεπτά όπου ο ήχος χτίζεται αργόσυρτα, με μουσικά μοτίβα που επαναλαμβάνονται, συνοδευόμενα από την γνώριμή τους ψυχεδελική ένταση και παραδοσιακά πνευστά.

Είναι από εκείνα τα κομμάτια τα οποία η διάρκειά τους δίνει τη δυνατότητα στον ακροατή να χαθούν κυριολεκτικά μέσα στη μαγεία τους. Μια μαγεία που ακολουθεί και στο “Home”. Ιδιαίτερο βάρος αποκτά εδώ η ενσωμάτωση στίχων από τον «Δικό μας Ήλιο» του Γιώργου Σεφέρη. Θα μπορούσε εύκολα να λειτουργήσει ως μια επιτηδευμένη λογοτεχνική αναφορά ή ως ακόμη μία υπογράμμιση της ελληνικότητας της μπάντας. Ωστόσο, απλά μοιάζει να βρίσκει μια φυσική θέση στο όλο σύνολο που οι VIC δημιουργούν.

Και ύστερα έρχεται το “Ghosts In The Sky” για να ξεκαθαρίσει ότι οι VIC του 2026 δεν ενδιαφέρονται απλώς να ξαναπαίξουν όσα ήδη γνωρίζουμε ότι μπορούν να παίξουν καλά.

Χωρίς αμφιβολία, ήταν από τα κομμάτια που άμεσα κέντρισαν την προσοχή μου. Πιο επιθετικό, περισσότερο προσανατολισμένο προς το metal. Με μια κινηματογραφική διάσταση που του δίνει εύρος χωρίς να αφαιρεί από τη δύναμή του. Τα riffs έχουν μεγαλύτερη αιχμή και το rhythm section περισσότερο όγκο. Ταυτόχρονα όμως, παραμένει εκείνη η τελετουργική αίσθηση που κάνει ένα κομμάτι των VIC αναγνωρίσιμο πριν ακόμη χρειαστεί να κοιτάξεις ποιος παίζει. Εδώ γίνεται εμφανές και κάτι ακόμη. Τα παραδοσιακά όργανα δεν αποτελούν «folk πινελιές» στην όλη σύνθεση, αλλά είναι αναπόσπαστο μέρος τους πως αυτή χτίζεται.

Η φυσική συμβίωση του παραδοσιακού και του σύγχρονου ήχου, και η ισορροπία μεταξύ τους που υπάρχει στη μουσική των VIC γίνεται ακόμη πιο εμφανής στο ομώνυμο “Venceremos”.

Βαρύ αλλά ταυτόχρονα ανατατικό, επιθετικό χωρίς να γίνεται μονοδιάστατο, έχει κάτι από ύμνο χωρίς να πέφτει στην παγίδα της εύκολης μεγαλοπρέπειας. Περισσότερο από τραγούδι διαμαρτυρίας, εγώ το ακούω ως τραγούδι υπέρβασης του φόβου. Και αυτό έχει σημασία, γιατί με αυτή τη θεματολογία ο δίσκος θα μπορούσε πολύ εύκολα να εγκλωβιστεί στη σκοτεινιά του. Δεν το κάνει. Το “Venceremos” μιλά για έναν κόσμο που έχει πάει στραβά, αλλά δεν είναι μηδενιστικό. Κάτω από τη δυστοπία υπάρχει σταθερά η πιθανότητα μιας διαφορετικής έκβασης.

Στο “The Ruiner”, τα παραδοσιακά πνευστά ανοίγουν ξανά τον χώρο πριν εισβάλει ο υπόλοιπος όγκος της μπάντας. Η σύνθεση παίζει με αυτή την αντίθεση μεταξύ τελετουργίας και ηλεκτρικής δύναμης, ενώ το “No Fear” μεταφέρει περισσότερο το κέντρο βάρους στον ρυθμό. Εδώ τα τύμπανα και το μπάσο οδηγούν τη σύνθεση και αποκαλύπτουν μία από τις περισσότερο progressive πλευρές του album.

Και εδώ δε μιλάμε για progressive με την έννοια της τεχνικής αρτιότητας (όχι ότι κι αυτή δεν υπάρχει), αλλά με την έννοια των συνθέσεων που εξελίσσονται βήμα βήμα, μη διαλέγοντας εύκολους δρόμους και ξαναπαιγμένα μοτίβα.

Αυτή ακριβώς η προσέγγιση γίνεται πιο εμφανής παρά ποτέ στο “Here And Now”.

Με διάρκεια που πλησιάζει τα δώδεκα λεπτά, θα μπορούσε εύκολα να καταρρεύσει κάτω από το ίδιο του το βάρος. Αντίθετα, είναι για μένα μία από τις κορυφαίες στιγμές του “Venceremos” και ίσως η σύνθεση που αποκαλύπτει καλύτερα τι μπορούν να κάνουν οι σημερινοί VIC όταν αφήνουν όλες τις πλευρές τους να συνυπάρξουν.

Βέβαια, η προσέγγιση αυτή είναι ένα μαχαίρι που κόβει κι από τις δύο πλευρές. Οι μεγάλες διάρκειες, οι επαναλήψεις και οι αργές μεταβάσεις δεν λειτουργούν παντού με την ίδια αποτελεσματικότητα. Υπάρχουν στιγμές στις οποίες αισθάνομαι ότι λίγη περισσότερη οικονομία θα έκανε ορισμένες ιδέες ακόμη ισχυρότερες.

Επίσης, η έντονα διακηρυκτική διάσταση του δίσκου δεν διαθέτει πάντα την ίδια λεπτότητα με τις περισσότερο υπαρξιακές στιγμές του “Age Οf Aquarius”.

Ο προηγούμενος δίσκος είχε ίσως περισσότερο μυστήριο. Το Venceremos θέλει περισσότερο να γίνει κατανοητό. Αυτό βέβαια δεν μπορεί να καταγραφεί σαν ξεκάθαρη αδυναμία, αλλά σαν αποτέλεσμα της δουλειάς αυτής να διαφοροποιηθεί από την προηγούμενη. Κι αυτή η διαφοροποίηση δίνει στο “Venceremos” μια εντελώς δική του ταυτότητα.

Το “Epitaph” σηματοδοτεί την είσοδο στην τελευταία πράξη. Σύντομο, πένθιμο και σχεδόν τελετουργικό, δεν το βλέπω τόσο ως ξεχωριστό κομμάτι όσο ως προετοιμασία για το “Requiem”. Το τελευταίο παίρνει το νήμα και κλείνει τον δίσκο χωρίς τον θρίαμβο που ενδεχομένως θα περίμενε κανείς από έναν δίσκο με τίτλο “Venceremos”. Το “Requiem” αφήνει πίσω του βάρος και περισυλλογή. Σαν μια υπενθύμιση ότι η αντίσταση μπορεί να είναι αναγκαία, αλλά δεν είναι ανέξοδη. Και μου αρέσει πολύ αυτή η επιλογή.

Από πλευράς παραγωγής, το “Venceremos” σου δίνει ότι ακριβώς περιμένεις.

Καθαρό, με τα διάφορα στοιχεί; των συνθέσεων να είναι ξεκάθαρα μεταξύ τους και με το συνολικό αποτέλεσμα να είναι δυναμικό. Οι κιθάρες έχουν όγκο, το μπάσο και τα τύμπανα έχουν πραγματική παρουσία και τα παραδοσιακά όργανα βρίσκουν τη θέση τους μέσα στο συνολικό ηχητικό πεδίο αντί να προβάλλονται τεχνητά μπροστά του. Η μίξη και το mastering του Jacob Hansen προσθέτουν έναν σύγχρονο, στιβαρό χαρακτήρα που ταιριάζει στη σαφώς βαρύτερη κατεύθυνση του υλικού.

Είναι πραγματική ευτυχία ότι οι οι Villagers Οf Ioannina City δεν επιχείρησαν να κατασκευάσουν ένα “Age Οf Aquarius II”.

Αντιθέτως, προτίμησαν να φτιάξουν κάτι ολοκληρωτικά νέο, ολοκληρωτικά δικό τους. Φυσικά δεν ξέχασαν το παρελθόν τους. Η ψυχεδέλεια παραμένει. Το ηπειρώτικο στοιχείο παραμένει. Το stoner υπόβαθρο παραμένει, όπως παραμένει και η αγάπη τους για τις μεγάλες συνθέσεις που χτίζονται αργά. Όμως όλα έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη ένταση, περισσότερη επιθετικότητα και, κυρίως, διαφορετικό προσανατολισμό. Έχουν εξελιχθεί!

Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα αν το “Venceremos” θα αποκτήσει με τον χρόνο το ειδικό βάρος που απέκτησε το “Age Οf Aquarius”. Ξέρω όμως ότι οι VIC απέφυγαν ίσως τη μεγαλύτερη παγίδα που υπήρχε μπροστά τους. Να προσπαθήσουν να αντιγράψουν κάτι που τους καθιέρωσε και τους έκανε γνωστούς σε ένα ευρύτερο κοινό, ακόμη και εκτός συνόρων. Και αυτό θέλει κότσια.

Βαθμολογία: 9/10

Κείμενο: Γιώργος Παρδάλης

Related Articles

Τελευταία Νέα

X