
Το “T” είναι ο πέμπτος δίσκος των Mother Of Millions και έρχεται μόλις δύο χρόνια μετά το “Magna Mater”. Και νομίζω ότι είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για τη νέα τους δουλειά χωρίς να έχει κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού του τον προηγούμενο δίσκο. Όχι απαραίτητα για να αποφασίσει ποιος από τους δύο είναι καλύτερος, αλλά επειδή το “Magna Mater” ήταν ένας πολύ ιδιαίτερος και συναισθηματικά βαρύς δίσκος, οπότε είχε ενδιαφέρον να δούμε προς τα πού θα πήγαιναν μετά από αυτόν. Η απάντηση που δίνει το “T” είναι ότι οι Mother Of Millions δεν ήθελαν απλώς να επαναλάβουν ό,τι έκαναν την προηγούμενη φορά.
Ο νέος δίσκος είναι πιο άμεσος, πιο μελωδικός και σε αρκετά σημεία πιο εύκολος στην πρώτη ακρόαση.
Τα ηλεκτρονικά στοιχεία έχουν μεγαλύτερη παρουσία, υπάρχουν alternative και κάποιες pop αναφορές, ενώ αρκετά ρεφρέν μένουν σχετικά γρήγορα στο μυαλό. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Mother Of Millions ξαφνικά απλοποίησαν τη μουσική τους. Περισσότερο έχω την αίσθηση ότι βρήκαν έναν τρόπο να κάνουν τις συνθέσεις τους πιο προσβάσιμες χωρίς να αφαιρέσουν όσα συμβαίνουν στο βάθος. Μάλιστα, στις πρώτες ακροάσεις δεν ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι αυτή η κατεύθυνση με κέρδιζε. Σε κάποια σημεία η παραγωγή είναι πολύ γυαλισμένη και ορισμένες μελωδίες αρκετά άμεσες για όσα έχουμε συνηθίσει από αυτούς. Όσο όμως επέστρεφα στον δίσκο, τόσο περισσότερες λεπτομέρειες άρχισαν να εμφανίζονται. Και κάπου εκεί άρχισε να μου γίνεται πιο ξεκάθαρο τι προσπαθούν να κάνουν.
Το “T” είναι ένας concept δίσκος για τον πόλεμο.
Ευτυχώς, όμως, όχι ένας δίσκος που ενδιαφέρεται για μάχες, στρατούς και ιστορικά γεγονότα. Οι Mother Of Millions κοιτάζουν περισσότερο τι αφήνει ο πόλεμος πίσω του και τι κάνει στους ανθρώπους που τον βιώνουν. Εστιάζει στο τραύμα, το φόβο, το θυμό, την απώλεια, τον θάνατο, αλλά και την ανάγκη να συνεχίσεις. Σε αυτό βοηθά πολύ και η χρήση της ποίησης. Walt Whitman και Emily Dickinson από τη μία, Οδυσσέας Ελύτης και Γιάννης Ρίτσος από την άλλη.
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτές οι αναφορές δεν μου ακούγονται σαν προσπάθεια να γίνει το album πιο «διανοουμενίστικο».
Ταιριάζουν με το θέμα και κυρίως με τον τρόπο που θέλει να το προσεγγίσει η μπάντα. Ο πόλεμος στο “T” δεν τοποθετείται σε έναν συγκεκριμένο τόπο ή χρόνο. Θα μπορούσε να είναι ένας πόλεμος του παρελθόντος, αυτός που συμβαίνει τώρα ή κάποιος επόμενος.
Το “The Wound” είναι πολύ καλό άνοιγμα ακριβώς για αυτόν τον λόγο. Δεν υπάρχει κάποια μεγάλη εισαγωγή που να μας βάζει σιγά-σιγά στο concept. Ξεκινάμε ουσιαστικά από την πληγή. Το κομμάτι έχει το βάρος που περιμένεις από τους Mother Of Millions, αλλά παράλληλα έχει ένα ρεφρέν που μένει εύκολα. Από εδώ γίνεται επίσης φανερό πόσο σημαντική παραμένει η φωνή του Γιώργου Προκοπίου για τον ήχο της μπάντας. Και δεν το λέω μόνο επειδή είναι εξαιρετικός τραγουδιστής. Υπάρχουν πολλά σημεία στο “T” όπου έχω την αίσθηση ότι ολόκληρη η σύνθεση έχει χτιστεί γύρω από το πώς θα κινηθεί η φωνή του.
Μπορεί να τραγουδήσει πολύ χαμηλά και συγκρατημένα και λίγο αργότερα να ανοίξει τη φωνή του χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει σε screams για να ανεβάσει την ένταση. Αυτή η εναλλαγή είναι πλέον βασικό μέρος του ήχου των Mother Of Millions.
Στο “The War” αρχίζει να φαίνεται περισσότερο και η ηλεκτρονική πλευρά του νέου δίσκου.
Μου αρέσει ιδιαίτερα ότι τα ηλεκτρονικά στοιχεία δεν ακούγονται σαν κάτι που προστέθηκε εκ των υστέρων για να εκσυγχρονίσει τον ήχο τους. Δένουν με τα τύμπανα και δημιουργούν έναν μηχανικό, σχεδόν απειλητικό ρυθμό, που ταιριάζει απόλυτα με το θέμα.
Το “The Aftermath” κινείται διαφορετικά. Είναι πιο ατμοσφαιρικό και αφήνει περισσότερο χώρο στον Προκοπίου, μέχρι να φτάσει στο μεγάλο, χορωδιακό ρεφρέν του. Εδώ βρίσκεται και κάτι που θεωρώ ότι οι Mother Of Millions κάνουν πολύ καλά γενικότερα. Ξέρουν να χτίζουν μια κορύφωση. Δεν έχουν ανάγκη να παίζουν συνεχώς δυνατά για να ακούγονται βαριοί. Αρκετές φορές τα πιο ήσυχα σημεία είναι αυτά που κάνουν το ξέσπασμα που ακολουθεί να λειτουργεί.
Το “The Innocent” είναι ίσως από τα κομμάτια στα οποία φαίνεται περισσότερο η αλλαγή του “T”. Έχει κάτι πιο alternative, ακόμη και μια ελαφριά retro pop αίσθηση, μαζί με τα ηλεκτρονικά στοιχεία. Αν κάποιος μου έλεγε ότι είναι από τα πιο άμεσα τραγούδια που έχουν γράψει, δύσκολα θα διαφωνούσα. Παρόλα αυτά, η εξέλιξή του είναι καθαρά Mother Of Millions. Και η κορύφωσή του είναι από τις στιγμές του δίσκου που ξεχώρισα περισσότερο.
Στο “The Ascent” τα πράγματα χαμηλώνουν ξανά. Έγχορδα, ατμόσφαιρα και spoken word, αυτή τη φορά με τον Ελύτη να μπαίνει ουσιαστικά μέσα στη μουσική.
Είναι ένα από τα κομμάτια που μου άρεσαν περισσότερο όσο περνούσαν οι ακροάσεις. Δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει αμέσως και νομίζω ότι ακριβώς γι’ αυτό λειτουργεί τόσο καλά μέσα στον δίσκο. Ακολουθεί το “As One”, που ουσιαστικά προετοιμάζει το “The One”. Εδώ το βιολί, το πιάνο, τα γυναικεία και χορωδιακά φωνητικά δίνουν μια διαφορετική διάσταση στη μουσική τους. Το “The One” είναι από τα καλύτερα κομμάτια του album για μένα. Έχει δύναμη, πολύ ωραίες εναλλαγές και καταφέρνει να χωρέσει αρκετά διαφορετικά πράγματα χωρίς να ακούγεται φορτωμένο.
Αυτό είναι γενικά κάτι που εκτιμώ στους Mother Of Millions. Μπορούν να χρησιμοποιήσουν πιάνο, ηλεκτρονικά, βιολί, χορωδίες, βαριές κιθάρες και spoken word στο ίδιο album χωρίς να έχεις την αίσθηση ότι τσεκάρουν κουτάκια σε μια λίστα με «progressive» χαρακτηριστικά. Συνήθως υπάρχει λόγος που βρίσκεται εκεί το κάθε στοιχείο. Το “The Circle” είναι από τις πιο μοντέρνες στιγμές του “T”, με αρκετό groove και ίσως έναν ήχο που μπορεί να λειτουργήσει πολύ εύκολα και εκτός του παραδοσιακού prog ακροατηρίου. Δεν είναι προσωπικά το κομμάτι στο οποίο επιστρέφω περισσότερο, αλλά μέσα στη σειρά του δίσκου κάνει καλά τη δουλειά του. Και μετά έρχεται το “The Sun”.
Αν έπρεπε να κρατήσω (και θα το κρατήσω) μόνο ένα κομμάτι από το “T”, πιθανότατα θα ήταν αυτό. Στα οκτώ και κάτι λεπτά του έχει σχεδόν όλα όσα μου αρέσουν στους Mother Of Millions. Ξεκινά σχετικά ατμοσφαιρικά, μεγαλώνει σταδιακά, γίνεται πολύ βαρύτερο στην πορεία και δεν βιάζεται να φτάσει στο σημείο που θέλει. Υπάρχουν riffs εδώ που έχουν πραγματικό όγκο, αλλά αυτό που τελικά μου μένει περισσότερο δεν είναι το βάρος τους.
Είναι ο τρόπος με τον οποίο ολόκληρο το κομμάτι οδηγείται προς το τελευταίο του μέρος.
Εκεί μπαίνει και ο Ρίτσος. Και θεωρώ ότι είναι μία από τις περιπτώσεις όπου το spoken word δεν λειτουργεί απλώς ως ωραία ιδέα, αλλά πραγματικά αλλάζει το κομμάτι. Μετά από έναν δίσκο γεμάτο πληγές, πόλεμο, αθώους και απώλειες, η επανάληψη του “The Sun Will Rise” θα μπορούσε εύκολα να ακουστεί υπερβολικά αισιόδοξη. Δεν μου ακούγεται έτσι. Περισσότερο σαν την ανάγκη να πιστέψεις ότι, παρά τα πάντα, υπάρχει και η επόμενη μέρα.
Και ίσως για αυτό είναι πολύ σωστή η επιλογή να μην τελειώσει εκεί ο δίσκος.
Το “Death” είναι το μικρότερο κομμάτι του “T” και εντελώς διαφορετικό από το “The Sun”. Η Αντωνία Μαυρονικόλα παίρνει ουσιαστικά τη θέση του Προκοπίου και η folk χροιά της φωνής της αλλάζει εντελώς το κλίμα. Μετά από τόσες μεγάλες κορυφώσεις, ο δίσκος τελειώνει ήσυχα. Σχεδόν άδεια. Και νομίζω ότι αυτό του ταιριάζει.
Γιατί τελικά το “T” δεν είναι ένας δίσκος που προσπαθεί να κάνει τον πόλεμο να ακούγεται επικός.
Το αντίθετο. Πίσω από όλη τη μεγάλη παραγωγή, τα riffs, τις χορωδίες και τα έγχορδα, αυτό που μένει στο τέλος είναι άνθρωποι. Οι τραυματισμένοι, οι αθώοι, αυτοί που επέζησαν και αυτοί που δεν τα κατάφεραν, κι αυτό μπορεί κάποιον να χαρακτηρίσει την μεγαλύτερη επιτυχία ενός concept album.
Από την άλλη, δεν μπορώ να πω ότι όλα με κέρδισαν στον ίδιο βαθμό. Η πιο καθαρή παραγωγή με ενοχλεί λίγο σε ορισμένα σημεία, ιδιαίτερα στα φωνητικά. Υπάρχουν επίσης μελωδίες που είναι πιο προβλέψιμες από αυτές που έχουμε ακούσει σε προηγούμενους δίσκους τους. Το “T” θέλει ξεκάθαρα να επικοινωνήσει πιο άμεσα με τον ακροατή και κάποιες φορές πληρώνει ένα μικρό τίμημα γι’ αυτό. Δεν θα το χαρακτήριζα όμως πιο απλό δίσκο. Μετά από αρκετές ακροάσεις, μάλλον θα έλεγα το αντίθετο. Απλώς η πολυπλοκότητά του δεν είναι πάντα εμφανής με την πρώτη. Και κάπου εδώ επιστρέφουμε αναπόφευκτα στο “Magna Mater”.
Δεν μπορώ ακόμη να πω ότι το “T” με άγγιξε τόσο όσο εκείνος ο δίσκος. Το “Magna Mater” είχε μια συναισθηματική ένταση που ήταν σχεδόν δύσκολο να αποφύγεις. Το “T” λειτουργεί διαφορετικά. Είναι πιο εξωστρεφές, περισσότερο μελωδικό και ίσως πιο εύκολο να το προσεγγίσει κάποιος που δεν έχει ακούσει ποτέ Mother Of Millions. Αλλά θεωρώ λάθος να το κρίνουμε μόνο με βάση το αν ξεπέρασε τον προηγούμενο δίσκο. Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι ότι πέντε album μετά, οι Mother Of Millions εξακολουθούν να ψάχνονται. Δεν έχουν βρει μια φόρμουλα και απλώς την επαναλαμβάνουν.
Στο “T” δοκιμάζουν περισσότερα ηλεκτρονικά, πιο άμεσες μελωδίες, διαφορετικές ενορχηστρώσεις και έναν ήχο που κάποιες φορές πλησιάζει περισσότερο στο alternative rock παρά στο prog metal με τη στενή έννοια. Και παρόλα αυτά, δύσκολα θα ακούσεις το “T” και θα το μπερδέψεις με δίσκο άλλου συγκροτήματος. Αυτό για μένα μετράει περισσότερο από το αν κάθε πείραμα πετυχαίνει απόλυτα.
Υπάρχει και κάτι ακόμη που κατάλαβα όσο τον άκουγα.
Το “T” χάνει αρκετά αν το αντιμετωπίσεις απλώς σαν μια σειρά από τραγούδια. Προφανώς έχει κομμάτια που στέκονται μόνα τους, όπως το “The Wound”, το “The Innocent”, το “The One” ή το “The Sun”, που μπορούν άνετα να λειτουργήσουν έτσι. Αλλά όταν τον ακούσεις από την αρχή μέχρι το τέλος, οι συνδέσεις μεταξύ τους αρχίζουν να έχουν περισσότερο νόημα. Οι τίτλοι, οι επαναλαμβανόμενες φράσεις, τα ποιήματα και κυρίως η διαδρομή από το “The Wound” μέχρι το “Death” δημιουργούν κάτι μεγαλύτερο από τα επιμέρους τραγούδια.
Και εκεί είναι που τελικά με κέρδισε το “T”.
Όχι στην πρώτη ακρόαση, ούτε επειδή έχει το πιο βαρύ riff ή το πιο εντυπωσιακό ρεφρέν που έχουν γράψει οι Mother Of Millions. Με κέρδισε όταν σταμάτησα να ψάχνω ποιο τραγούδι είναι καλύτερο και άρχισα να τον ακούω σαν έναν ολόκληρο δίσκο. Ίσως να μην έχει για μένα ακόμη το συναισθηματικό βάρος του “Magna Mater”. Έχει όμως κάτι άλλο που θεωρώ εξίσου σημαντικό. Δείχνει ένα συγκρότημα που, στον πέμπτο του δίσκο, δεν αισθάνεται ότι πρέπει να αποδείξει τι είναι. Μπορεί απλώς να δοκιμάσει πού αλλού μπορεί να πάει. Και θέλω να δω πού θα τους οδηγήσει αυτό.
Βαθμολογία: 9/10
Κείμενο: Γιώργος Παρδάλης


