
Απίστευτο, αλλά βρισκόμαστε σαράντα χρόνια μετά τον σχηματισμό των Afghan Whigs. Το συγκρότημα από το Ohio πραγματοποίησε ένα τεράστιο breakthrough στα 90s, μέσω του album “Gentlemen” και θεμελίωσε οριστικά το όνομά του μέσω του επόμενου, “Black Love”, που φέτος έγινε τριάντα χρόνων.
Έκτοτε, μεσολάβησαν μονάχα εξαιρετικές δουλειές και το φετινό “Soft Control” δεν αποτελεί εξαίρεση.
Η ακρόασή του με ταξίδεψε σε μια αίσθηση που μου δημιουργήθηκε τέτοια εποχή, το 2002. Ήταν οι μέρες που στα χέρια μου βρέθηκε το (τότε καινούργιο) “Murray Street” των Sonic Youth. Ήταν ακόμα νωπή η noise ενέργεια των “Dirty”, “Washing Machine” και “A Thousand Leaves”, που για χρόνια προξενούσαν γλυκιά αιμορραγία στα αυτιά μου. Έτσι, τα μειωμένα γκάζια και ντεσιμπέλ του “Murray Street” δημιούργησαν μια παράξενη γεύση. Η διαφορά στον ήχο ήταν εμφανής, όμως άλλο τόσο εμφανής ήταν ο απόλυτα cool χαρακτήρας του. Το συγκρότημα εξέπεμπε άνεση, μη έχοντας ανάγκη να αποδείξει τίποτα. Τα μέλη του αποδέχονταν αβίαστα το γεγονός της αναπόδραστης αύξησης της ηλικίας τους. Και αυτή είναι μια βασική αιτία που το “Murray Street” είναι τόσο, μα τόσο καλό. Το ίδιο, λοιπόν, ισχύει με το “Soft Control”.
Χωρίς να είναι το καλύτερο album των Afghan Whigs, το “Soft Control” είναι απλώς υπέροχο.
Συμπληρώνει μια δεκάδα δισκογραφικών βημάτων του group και γιορτάζει με εύστοχο τρόπο τις τέσσερις δεκαετίες που μας χωρίζουν από την ίδρυσή του.
Η νέα δουλειά βρίσκει τον Greg Dulli να έχει πλέον πατήσει την έβδομη δεκαετία της ζωής του. Στα 61 του χρόνια αντιλαμβάνεται την αδυσώπητη νομοτέλεια της φθοράς. Στο πανέμορφο τραγούδι “Duvateen” (που μεταφορικά σημαίνει “αυλαία”) τραγουδάει τους στίχους “Ease on down the road, ain’t coming back no more, you see, dig somebody’s hole and fill it up by wandering”. Δεν προκαλεί εντύπωση η συχνή, άμεση ή έμμεση αναφορά του σε παρελθοντικές δόξες. Δεν είναι κάτι ξένο στα αυτιά μας. Η νοσταλγία ήταν πάντα συστατικό της mentalité των Afghan Whigs. Οι χαμένες ευκαιρίες (και η πικρία που τις συνοδεύει), οι χαμένες αγάπες που ίσως ξέχασαν (αλλά σίγουρα δεν ξεχάστηκαν), τα χαμένα χρόνια (που κάθε άλλα παρά χαμένα είναι) και τα γκρεμισμένα σημεία αναφοράς (που κάποτε λειτουργούσαν ως γερά στηρίγματα) αποτελούν ακόμα θεματολογία των Afghan Whigs. Επενδύονται από άριστες μελωδίες και ενορχηστρώσεις, που καθιστούν το “Soft Control” μία από τις ωραιότερες κυκλοφορίες του 2026.
Άλλοτε σε τραχύ φόντο και άλλοτε σε ήρεμα νερά, οι Afghan Whigs δίνουν μαθήματα ενσωμάτωσης jazz, soul και blues στοιχείων στον rock πυρήνα τους. Πάντα το έκαναν καλά, αλλά τώρα το κάνουν ακόμα καλύτερα. Από τα δέκα τραγούδια του “Soft Control”, μονάχα δύο ξεπερνούν τον πήχη του καλού. Τα υπόλοιπα οχτώ αγγίζουν τον πήχη του μαγικού.
Βαθμολογιά: 9/10
Κείμενο: Φαίδωνας Κυτρίδης


