Bruce Dickinson: The Mandrake Project (BMG 2024)

Bruce Dickinson - The Mandrake Project

Ξεχάστε πολλά από αυτά που ξέρατε. Στην τελευταία του δουλειά, “The Mandrake Project”, o Bruce Dickinson διατήρησε πολλές από τις αρετές του παρελθόντος, ενώ ταυτόχρονα υιοθέτησε νέα στοιχεία, που απουσιάζουν από τα παλιότερα album του.

Η ιστορία ξεκίνησε στα 90s.

Η σταδιακή αποστασιοποίηση του Bruce Dickinson από τους Iron Maiden του άφησε χώρο να ασχοληθεί με τις καθαρά προσωπικές του μουσικές αναζητήσεις. Μας προϊδέασε χορταστικά το “Tattooed Millionaire”. Το “Balls to Picasso” μάς εντυπωσίασε. Το “Skunkworks” απέδειξε πως ο Bruce τα καταφέρνει περίφημα και σε ξένα terrain, έξω από την τυπική metal ηχητική. Λίγο αργότερα ήρθε το εκπληκτικό “Accident of Birth”, album στο οποίο ο front man αποφάσισε να πατήσει ακόμα περισσότερο το γκάζι. Τα δύο επόμενα δισκογραφικά του βήματα κινήθηκαν σε πιο πλουραλιστικά μονοπάτια, αποσπώντας δικαίως θετικότατες κριτικές.

Αλλά είχε ήδη προλάβει να επιστρέψει στους Iron Maiden, με τους οποίους μεγαλουργούσε για μια ακόμα φορά. Δεν είναι παράξενη η αργοπορία 19 ετών μέχρι το “The Mandrake Project”. Εκείνο, όμως, που διαφαίνεται περίτρανα σε αυτό είναι το πόσο έχει επηρεαστεί ο ίδιος ο Bruce Dickinson από την αρκετά progressive στροφή, που ακολουθεί με τους Iron Maiden.

Αν τελικά, βάλουμε κάτω τα album στα οποία συμμετέχει αυτός ο δαιμόνιος τραγουδιστής (είτε φέρουν απλώς το όνομά του είτε φέρουν το όνομα των Iron Maiden), θα διαπιστώσουμε πως ακόμα και το λιγότερο καλό είναι… εξαιρετικό.

Μονάχα ένας τρελός θα περίμενε κάτι διαφορετικό από το “The Mandrake Project”.

Σαφώς πιο επικό από τα προηγούμενά του εγχειρήματα, το “The Mandrake Project” χαρακτηρίζεται εύκολα ως concept album. Η επική αυτή τάση είναι ολοφάνερη από το εισαγωγικό κιόλας τραγούδι, “Afterglow of Ragnarok”, με τα οχτώ λεπτά του. Διακόπτεται ελαφρώς από το “Many Doors to Hell”, αλλά συνεχίζεται στο “Rain on the Graves”. Ο Bruce και η ομάδα του δεν διστάζουν να ενσωματώσουν πιο «παιχνιδιάρικες» ηχητικές πινελιές στην ενορχήστρωσή του, που παραπέμπουν ακόμα και σε rock ‘n’ roll. Αλλά μόλις τα επτάμισι λεπτά του ολοκληρωθούν, ξεκινάει ένα από τα καλύτερα τραγούδια του “The Mandrake Project”. Πρόκειται για το “Resurrection Men”. Συνδυάζει μεταλλικά riff και εναλλαγές ρυθμών που θυμίζουν Black Sabbath με μια ατμόσφαιρα που θυμίζει ακόμα και post-punk στιγμές.

Το πιο ήρεμο “Fingers in the Wounds” απλώνει μια μελαγχολία στο μυαλό του ακροατή, για να έρθει το “Eternity Has Failed”. Το κομμάτι αυτό, μας αναγκάσει σε μια αναπόφευκτη σύγκριση μεταξύ της Dickinson και Maiden εκδοχής του τραγουδιού. Πριν καλά καλά, αποφασίσει κανείς ποια προτιμάει, έρχονται τα πέντε ισοπεδωτικά λεπτά του “Mistress of Mercy” να εξαπολύσουν τη γνώριμη επίθεση που αγαπάμε. Είναι το καλύτερο κατά την ταπεινή μου άποψη, τραγούδι του album. Στη συνέχεια ακολουθούν τα άκρως διαφορετικά “Face in the Mirror” και “Shadow of the Gods”. Η ηρεμία του ενός μας προετοιμάζει για το επίσης ήρεμο πρώτο μισό του άλλου. Στο δεύτερο μισό του όμως, το τραγούδι δεν συγχωρεί τίποτα και κανέναν, τόσο με τον εξαίσιο ρυθμό του, όσο και με την εξαίσια παραμόρφωση της κιθάρας του.

Τα τελευταία δέκα λεπτά του “The Mandrake Project” ανήκουν στο “Sonata (Immortal Beloved)”, που φλερτάρει απροκάλυπτα με την goth αισθητική.

Το γεγονός ότι η διάρκεια του είναι μεγάλη δεν σημαίνει πως κουράζει. Αντίθετα, κυλάει τόσο ανώδυνα και τόσο γλυκά στα αυτιά, που αναρωτιέται κανείς πότε πρόλαβε να ολοκληρωθεί. Μαζί με αυτό ολοκληρώνεται και το έβδομο album του Bruce Dickinson. Ένα album που σίγουρα αποτελεί ένα αξιόλογο και πολυσύνθετο ταξίδι σε αμέτρητους μουσικούς ορίζοντες.

Βαθμολογία: 8/10

Κείμενο: Φαίδωνας Κυτρίδης

Κατηγορία
TAGS
Κοινοποίηση
X