
Οι Tuxedomoon έρχονται μέσα στην πρώτη εβδομάδα του Ιουνίου, στην Θεσσαλονίκη και την Αθήνα για να ερμηνεύσουν ζωντανά τις μεγαλύτερες στιγμές της καριέρας τους. Με αφορμή την επίσκεψη εκείνη, το SawBiz.gr ετοίμασε το παρακάτω αφιέρωμα
Πίσω στα χρόνια της δεκαετίας του ’70, οι καταστάσεις ήταν πολύ ευνοϊκές για τη γέννηση νέων μουσικών ρευμάτων. Ιδιαίτερα στο δεύτερο μισό της δεκαετίας, τα μουσικά νέα είχαν λάβει το χαρακτήρα καταιγίδας. Μία από τις γενέτειρες πόλεις τέτοιων μουσικών νέων ήταν το San Francisco, πόλη που φημιζόταν για την έλξη εκκεντρικών καλλιτεχνών και όχι μόνο. Πόλη που έχει προσφέρει συγκροτήματα που ακούν στα ονόματα Residents και Flipper.
Ήταν λοιπόν το 1977 όταν δύο φίλοι, ο θρυλικός πλέον Blaine L. Reininger που είχε καταφτάσει νωρίτερα στην πόλη από περιέργεια και ο Steven Brown που αποτελούσε μέλος του δημιουργικού κοινοβίου “Angels of Light”, άρπαξαν την ευκαιρία και ένωσαν τις δυνάμεις τους, ιδρύοντας τους Tuxedomoon, ένα συγκρότημα που έμελε να διανύσει τρεισήμισι δεκαετίες (έστω και με ένα οχταετές διάλειμμα μέχρι το 1997) και ακόμα να υπάρχει. Έχουν στο ενεργητικό τους φοβερές δουλειές όπως τα full album “Half-mute”, “Desire” και “Holy wars”, αλλά και τα EP “Scream with a view” και “No tears”. Από το τελευταίο πηγάζει και το ομώνυμο creepy-δαιμονισμένο τραγούδι, που ουκ ολίγος κόσμος έχει χορέψει μανιασμένα σε μεθυσμένα πάρτι. Αλλά και μετέπειτα δουλειές, που προέκυψαν μετά τη μακροσκελή απόσυρσή τους στη δεκαετία του ’90, όπως το “Cabin in the sky” που εκδόθηκε πριν από δέκα χρόνια, στηρίζουν εύκολα την πεποίθηση ότι οι Tuxedomoon είναι πολύ μεγάλοι.
Στις μέρες της νέας χιλιετίας βέβαια, δεν είναι τόσο δημιουργικοί όσο ήταν εκείνα τα χρόνια της δεκαετίας του ’70 και του ’80, ούτε από τη σκοπιά της συχνότητας, ούτε από τη σκοπιά του νεωτερισμού. Αποτελούν ακόμα όμως ένα τεράστιο συγκρότημα, του οποίου την ιστορία αν κάποιος θέλει να περιγράψει, είναι αναγκασμένος να ξοδέψει πολύ μελάνι. Ένα συγκρότημα που από τη μία καταφέρνει να μην αποτελεί σήμερα σκιά του παλιού του εαυτού και από την άλλη εξακολουθεί να προκαλεί ενδιαφέρον και ενθουσιασμό στο άκουσμα του ονόματός του και της μουσικής του. Γι’ αυτό άλλωστε και παρατηρείται τέτοια προσέλευση στις συναυλίες που πραγματοποιεί. Αξίζει να αναφερθεί ότι η μεγαλύτερη, τουλάχιστον από άποψη αναγνωρισιμότητας, μορφή των Tuxedomoon, δηλαδή ο Blaine Reininger, κατοικεί εδώ και πολλά χρόνια στην Ελλάδα, γεγονός που, κατά κάποιο τρόπο, καθιερώνει την επιλογή της χώρας μας ως τόπο συναυλίας του συγκροτήματος, κάθε φορά που αποφασίζει να κάνει εμφανίσεις. Οι οποίες εμφανίσεις έχουν γίνει όλο και πιο αραιές, λόγω των χιλιάδων χιλιομέτρων και ναυτικών μιλίων που χωρίζουν τους τόπους διαμονής των μελών του group, αλλά και λόγω των διαφορετικών προσωπικών αναζητήσεων (βλ. τις εκπληκτικές δουλειές του Reininger) και υποχρεώσεων που έχουν στις μέρες μας τα μέλη του. Είμαστε επομένως προνομιούχοι που έχουμε την ευκαιρία να τους παρακολουθήσουμε στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα, στις 4 και στις 5 Ιουνίου, αντίστοιχα.
Είχα την τύχη να δω ζωντανά τους Tuxedomoon πριν από τρία περίπου χρόνια στην Αθήνα και πριν από οχτώ περίπου χρόνια στην Πάτρα. Σε καμία από τις δύο περιπτώσεις δεν είδα αυτό που περίμενα. Και στις δύο περιπτώσεις έφυγα ικανοποιημένος μετά το τέλος της συναυλίας. Πολύ ικανοποιημένος. Η ατμόσφαιρα που δημιουργούν τα keyboards και το βιολί, η ηχητική “οδοστρωτήρας” του μπάσου, η κατά διαστήματα επιθετική κιθάρα, η χαρακτηριστικά απόμακρη φωνή του Blaine, οι αυτοσχεδιασμοί που ορισμένες φορές απογειώνουν τα τραγούδια, αλλά και η όλη αίσθηση ότι οι μάστορες του πειραματισμού παίζουν μπροστά σου, συνιστούν μια ωραιότατη εμπειρία που ο κόσμος θα εκτιμήσει. Τελικά, οι Tuxedomoon στα live τους επιβεβαιώνουν τη δυσκολία που συναντάει κανείς όταν προσπαθεί να τους κατατάξει σε συγκεκριμένο μουσικό είδος. Punk, avant-garde, fusion, dark και jazz ανακατεύονται σε μια περίεργη συνταγή, δίνοντάς μας ένα ξεχωριστό αποτέλεσμα, που αξίζει κανείς να γευθεί.
Επιμέλεια: Φαίδων Κυτρίδης


