
Όσοι έδωσαν προσοχή στο ντεμπούτο album των System Of A Down (το οποίο, παρεπιπτόντως, κόβει κώλους) συνειδητοποίησαν πως το συγκρότημα είχε πολλά να πει. Ο αναμφίβολα πρωτοποριακός ήχος του αποτέλεσε μια mini μουσική επανάσταση, τότε, στα τέλη των 90s. Το ανακάτεμα nu/heavy/thrash metal με τους ήχους της Αρμενίας μάλλον δεν είχε ξανακουστεί. Ήταν λογικό, λοιπόν, να ανυπομονεί ο κόσμος για το δεύτερο album των System Of A Down. Αυτό ήρθε την 4η Σεπτέμβρη του 2001, υπό τον τίτλο “Toxicity”.
Η μεγαλύτερη δυσκολία στην αποστολή του “Toxicity” ήταν ο πήχης που έθεσε ο προκάτοχος του. Γρήγορα αποδείχθηκε πως το δεύτερο δισκογραφικό βήμα των System Of A Down ήταν ακόμα καλύτερο. Λίγο πιο ώριμο, λίγο πιο στρωτό, λίγο πιο ξύπνιο, λίγο πιο συνεκτικό, λίγο πιο εξωστρεφές. Σάρωσε δικαιολογημένα. Το δέσιμο των τεσσάρων μελών, μια μονίμως σφιχτή γροθιά, κοπανάει πάνω κάτω για τρία τέταρτα της ώρας. Ρυθμοί άλλοτε μελωδικοί και άλλοτε σα στρατιωτικά εμβατήρια διαδέχονται οι μεν τους δε. Η φωνή του frontman ανεβοκατεβαίνει με εκνευριστική ευκολία, προκαλώντας ρίγη, αλλά και απορία σχετικά με τις απίστευτες δυνατότητες αυτού του ανθρώπου. Όσο για τους στίχους, αυτοί στηλιτεύουν την έλλειψη κοινωνικής δικαιοσύνης στην Αμερική, την κατάχρηση της επιστήμης, την ασέβεια προς το περιβάλλον και την καταστροφική μανία των ναρκωτικών.
Μέσω του τραγουδιού “Chop Suey!”, που φιλοξενείται στο album, οι System Of A Down μπήκαν σε κάθε σαλόνι του κόσμου. Πέρα, όμως, από το τραγούδι αυτό, υπάρχουν και άλλα, διαβολεμένα καλά. Το “Needles”, το “Jet Pilot”, το ομότιτλο και το “Aerials” είναι μόνο μερικά. Δύσκολο να μην ακούσεις το album από την αρχή ως το τέλος…
Είκοσι ολόκληρα χρόνια πέρασαν, αλλά το “Toxicity” δεν σταμάτησε να ξεσηκώνει. Η αστείρευτη ενέργεια του, μαζί με την πρωτοτυπία του, εξηγούν απόλυτα κάτι τέτοιο.
Επιμέλεια: Φαίδωνας Κυτρίδης


