
Οι Spiritbox είναι μια Καναδέζικη μπάντα που συνδυάζει πολλαπλά στοιχεία και ακούσματα της metal μουσικής στον ήχο τους. Κυρίως, όμως, παραπέμπουν σε metalcore και progressive με μία δόση (ή και περισσότερες) electronic. Παρά το σχετικά σύντομο μέχρι τώρα μονοπάτι της καριέρας τους, έχουν διαπρέψει στη metal σκηνή με υποψηφιότητες και βραβεία.
Παράλληλα, έχουν δημιουργήσει πλέον και ένα πιστό κοινό. Σαν άτομο μη οικείο με την προηγούμενη δουλειά τους, μπήκα «τυφλά» στο “Tsunami Sea” χωρίς προσδοκίες.
Η ποιότητα και ιδιαιτερότητα του αποδεικνύει ότι η αναγνωρισιμότητα που έχει αποκτήσει αυτή η μπάντα είναι δικαιολογημένη.
Το album ξεκινάει δυναμικά με το επιθετικό αλλά παράλληλα γαλήνιο στα chorus του “Fata Morgana”. Η εναλλαγή μεταξύ brutal και clean φωνητικών από την Courtney είναι αρμονική και «δένει» με τα έντονα riffs του κομματιού. Το ίδιο μπορώ να πω και για το δεύτερο κομμάτι, το “Black Rainbow”. Παρ΄όλα αυτά, δεν είμαι ο μεγαλύτερος φαν των ρομποτικών φωνητικών που χρησιμοποιούνται σε ορισμένα σημεία.
Με το πιο μελωδικό και ευχάριστο “Perfect Soul” παίρνουμε μια σύντομη “ανάσα” από τα βαριά φωνητικά. Είναι σίγουρα ένα κομμάτι που ταιριάζει και στο πιο mainstream κοινό. Σε παρόμοιο μονοπάτι οδεύει και το “Keep Sweet”, χωρίς όμως τον αντίστοιχο συναισθηματισμό του “Perfect Soul”. Εδώ βέβαια η Courtney επιστρέφει λίγο στα brutal φωνητικά.
Εκεί που πραγματικά αρχίζει να δίνει πόνο, όμως, είναι στο “Soft Spine”.
Μαζί με τα υπόλοιπα μέλη (ειδικά τον ντράμερ Zev Rosenburg) βγάζουν μια συλλογική τσαντίλα, καλώντας και εμάς να συμμετέχουμε. Μετά το ξέσπασμα έρχεται η βαθιά θλίψη του “Tsunami Sea”, το πιο συναισθηματικό και προσωπικό κομμάτι του album. Ακολουθεί το αγαπημένο μου κομμάτι στο album, το “A Haven With Two Faces”. Έχει ένα από τα καλύτερα ουρλιαχτά που έχω ακούσει στη μέση του κομματιού και ένα καταπληκτικό breakdown. Ο Rosenburg για άλλη μια φορά δίνει ρέστα στα ντραμς.
Η ωμότητα του “Soft Spine” συνεχίζει στο “No Loss, No Love”. Εδώ όμως με λιγότερη επιτυχία λόγω των ατυχών φωνητικών διαλειμμάτων που παραπέμπουν σε techno. Δεν είναι ότι δεν μου αρέσουν γενικά, αλλά εδώ απλά δεν ταιριάζουν.
Το “Crystal Roses” είναι το ναδίρ του album. Το auto–tune γενικά χρησιμοποιείται από την μπάντα σε σχετικά επιτυχή και θεμιτό βαθμό, αλλά εδώ ξέφυγαν λίγο στον πειραματισμό. Απέκλιναν σε μεγάλο βαθμό από την ατμόσφαιρα που καθιέρωσαν στα προηγούμενα κομμάτια, βουτώντας στα λημέρια της ποπ.
Το “Ride The Wave” είναι λίγο πιο μελωδικό και ταιριαστό στο στυλ του album.
Δυστυχώς όμως, παραμένει στο ίδιο μήκος κύματος (pun intended) με το “Crystal Roses”. Το album όμως το κλείνουν με ωραίο τρόπο. Το “Deep End” είναι μία όμορφη, μελωδική ωδή αφιερωμένη στον πρώην μπασίστα της μπάντας που απεβίωσε πρόσφατα, τον Bill Crook.
Το “Tsunami Sea” είναι από τα πιο ιδιαίτερα album μιας από τις πιο ιδιαίτερες metal μπάντες που έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια. Τα περισσότερα από τα κομμάτια τους είχανε να δώσουν κάτι το αξιομνημόνευτο και φρέσκο. Το συστήνω ανεπιφύλακτα στους φαν της metalcore και του progressive στοιχείου.
Βαθμολογία: 7/10
Κείμενο: Αλέξανδρος Ζωγραφάκης


