
Το ομώνυμο, δέκατο έβδομο και κατά δήλωση τους, τελευταίο album των Megadeth έρχεται φορτωμένο με ένα βάρος που λίγοι δίσκοι μπορούν να αντέξουν. Τέσσερις δεκαετίες ιστορίας, μια καριέρα χτισμένη πάνω σε πείσμα, ανταγωνισμό και τεχνική αρτιότητα. Και φυσικά την αδιάκοπη παρουσία του Dave Mustaine ως κεντρικής δημιουργικής δύναμης για την μπάντα. Έχοντας αυτά στο μυαλό μου, δεν περίμενα, για να είμαι ειλικρινής, ένα νέο “Rust In Peace”. Ωστόσο, περίμενα κάτι που να λειτουργεί ως ένα πραγματικό “last dance”. Το ερώτημα είναι αν το “Megadeth” ανταποκρίνεται σε αυτό το ρόλο ή αν απλώς είναι ένα άδοξο τέλος για μια μπάντα που τα έδωσε όλα. Θα προσπαθήσω να απαντήσω στο κείμενο που ακολουθεί…
Σε επίπεδο ήχου, ο δίσκος κινείται πιστά εντός των γνωστών συντεταγμένων.
Χαρακτηριστικά κοφτερά Megadeth riffs, γρήγορα σόλο, ρυθμική ένταση και μια αισθητική που ισορροπεί ανάμεσα στο thrash και σε πιο μελωδικές, mid-tempo στιγμές. Υπάρχουν κομμάτια όπως τα “Tipping Point”, “Let There Be Shred” και “Made to Kill” που δείχνουν ότι ο Mustaine το έχει ακόμα, και ότι οι υπόλοιποι μπορούν να εκτελέσουν το όρμά του με ενέργεια και τεχνική επάρκεια. Ο Teemu Mäntysaari ενσωματώνεται ομαλά στις κιθαριστικές δομές. Από την άλλη, ο Dirk Verbeuren παραμένει αξιόπιστος πίσω από τα τύμπανα. Ωστόσο, αυτή η επάρκεια σπάνια μεταφράζεται σε πραγματική έμπνευση. Τα περισσότερα riffs είναι λειτουργικά αλλά όχι αξιομνημόνευτα. Η συνολική αίσθηση που σου αφήνει το album είναι περισσότερο ανακύκλωσης παρά ανανέωσης.
Η παραγωγή, είναι πολύ «καθαρή» για τα δεδομένα που μας έχουν συνηθίσει, σε τέτοιο σημείο μάλιστα, ούτως ώστε να λειτουργεί συχνά εις βάρος της έντασης.
Δεν είναι λίγες οι στιγμές που ο ήχος ακούγεται πολύ «κρυστάλλινος» και αποστειρωμένος, στερώντας ίσως από την μπάντα τη δυναμική που χαρακτήριζε παλαιότερες δουλειές. Αυτό αφήνει επίσης τη φωνή του Mustaine εκτεθειμένη. Εντάξει, δεν ήταν ποτέ και ο κορυφαίος στο τραγουδιστικό κομμάτι. Αλλά με τα χρόνια να έχουν περάσει και τα προβλήματα υγείας να έχουν αφήσει το στίγμα τους, το τελικό αποτέλεσμα μάλλον ακούγεται κουρασμένο ή μονότονο και ειλικρινά τον αδικεί.
Στιχουργικά, τα προβλήματα είναι ακόμη εντονότερα.
Ο Mustaine επιστρέφει σε γνώριμα μοτίβα (πόλεμος, εξουσία, αποξένωση) αλλά ακούγεται σχεδόν μονότονος, για να μην πω αφελής. Κομμάτια όπως το “I Don’t Care” αγγίζουν τα όρια της καρικατούρας. Επιπλέον, άλλες απόπειρες ενδοσκόπησης, όπως στο “Hey, God?”, παραμένουν επιφανειακές. Υπάρχουν εξαιρέσεις: το “Obey Τhe Call” παρουσιάζει μια πιο συγκροτημένη προσέγγιση. Επίσης, το “Made Τo Kill” συνεχίζει την παραδοσιακή αντιπολεμική γραμμή της μπάντας με κάποια πειστικότητα. Παρόλα αυτά, η συνολική εντύπωση είναι ότι η οργή που εκφράζεται δεν συνοδεύεται από αντίστοιχο βάθος.
Το πιο ουσιαστικό αφηγηματικό βάρος συγκεντρώνεται στο “The Last Note”, ένα κομμάτι που επιχειρεί να λειτουργήσει ως αποχαιρετισμός.
Εκεί ο Mustaine πλησιάζει σε μια πιο ειλικρινή αποτίμηση της διαδρομής του, αγγίζοντας, έστω και στιγμιαία, μια αίσθηση τελικής πράξης που λείπει από το υπόλοιπο album. Ωστόσο, ακόμη και αυτή η στιγμή υπονομεύεται από την επιλογή να κλείσει ο δίσκος με μια διασκευή του “Ride Τhe Lightning”. Είτε εκληφθεί ως φόρος τιμής είτε ως ειρωνικό σχόλιο, η παρουσία της ανακαλεί αναπόφευκτα τη σκιά των Metallica. Μια σκιά που μοιάζει να ακολουθεί τον Mustaine μέχρι το τέλος, αδικώντας ουσιαστικά το στίγμα που έχει αφήσει το δικό του έργο στη μουσική.
Στο σύνολό του, το “Megadeth” είναι ένας δίσκος που αποδεικνύει ότι το συγκρότημα εξακολουθεί να μπορεί να παίξει καλά, αλλά δείχνει να μην μπορεί να ξεσηκώσει όπως άλλοτε.
Ο δίσκος λειτουργεί περισσότερο ως αναδρομή παρά ως ένας αποχαιρετισμός με τη σημαία ψηλά. Είναι ένα album που ανακυκλώνει στοιχεία από διαφορετικές περιόδους της μπάντας. Χωρίς όμως να αγγίζει, έστω και λίγο, την ένταση ή τη δημιουργικότητα που έκανε τα Megadeth album κάποτε εμβληματικά.
Ως αποχαιρετισμός, είναι επαρκές αλλά όχι κάτι το αξιομνημόνευτο.
Ως καλλιτεχνική δήλωση, είναι άνισο προς το υπόλοιπο έργο τους, και συχνά άτολμο. Και ως τελευταίο κεφάλαιο μιας από τις σημαντικότερες μπάντες του thrash metal, αφήνει μια ελαφρώς πικρή γεύση. Όχι επειδή ακυρώνει το παρελθόν, αλλά επειδή δεν καταφέρνει να σταθεί αντάξιό του.
Βαθμολογία: 5.5/10
Κείμενο: Γιώργος Παρδάλης


