
Ήταν μόλις στο νούμερο 3 του Sleepwalker, όταν ο Σπύρος αναφερόταν στην τότε φημολογούμενη επιστροφή των Godspeed You! Black Emperor, πέρα από το συναυλιακό κομμάτι και δισκογραφικά. Από τότε όμως πέρασε κάμποσος καιρός και η (έντονη είναι η αλήθεια) επικαιρότητα, είχε απομακρύνει από την μνήμη μου το ενδεχόμενο αυτό. Έτσι όταν πριν μερικές μέρες είδα το νέο τους πόνημα, με τίτλο ‘Allelujah! Don’t Bend! Ascend!, ένιωσα ένα μέρος της γλυκιάς προσμονής που προξενούσε στο παρελθόν η κάθε καινούρια κυκλοφορία των Καναδών. Βέβαια μέχρι να ακούσω την πρώτη νότα, η σκέψη μου ήταν : “Τι μπορεί να περιμένει κανείς από τους Godspeed You! Black Emperor σήμερα;” Μια τεράστια μπάντα, σίγουρα από τις σημαντικότερες και επιδραστικότερες στα 90s και η μάλλον σημαντικότερη στον χώρο με τον οποίο ασχολούμαστε εδώ στο Sleepwalker. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι: “μάλλον όχι πολλά”. Μην βιαστείτε να με κράξετε ότι κατηγορώ τους Godspeed. Θα τους δώσω τον χρόνο που έχουν κερδίσει. Θα ξανακούσω το “Allelujah!…” και θα τα πούμε γι αυτό στα επόμενα Sleepwalker. Πάντως πολύ δύσκολα οι Swans θα χάσουν φέτος την πρωτιά στις λίστες των καλύτερων album και σίγουρα δεν θα την χάσουν από τους Καναδούς (περιμένουμε βέβαια και τους Neurosis…).
Όπως και να χει, μέχρι να τελειώσει η παράταση της ακρόασης, εμείς θα συνεχίσουμε αυτό που έχουμε αρχίσει. Δηλαδή την χαρτογράφηση του Post-Rock. Σήμερα με ένα από τα σημαντικότερα album που κυκλοφόρησε με την λέξη Post-Rock στην ούγια. Την παρένθεση (sic) των Ισλανδών Sigur Ros. Από την άλλη ο Θωμάς, συνεχίζει να ξετρυπώνει οτιδήποτε αξιόλογο υπάρχει σε αυτή την μουσική, “ταξιδεύοντας” στη Grenoble της Γαλλίας για τους Magnetoscop. και το ντεμπούτο τους.
Sigur Ros – ( ) (2002)
[FatCat]
Μια παρένθεση για τίτλος album , 8 άτιτλα τραγούδια , ένας τραγουδιστής που δεν τραγουδάει αλλά κάνει διάφορους ήχους , ενώ όταν λέει κάτι αυτό είναι σε μια γλώσσα που έχει δημιουργήσει μόνος του , διάρκειες τραγουδιών που ξεκινούν από τα 6μιση λεπτά και φτάνουν μέχρι τα 13 και μπροστά μας έχουμε ένα άκρως εμπορικό album. Όχι και ότι πιο συνηθισμένο . Όμως οι Ισλανδοί Sigur Ros είχαν ήδη κερδίσει το κοινό και τους κριτικούς με το προηγούμενο τους “Agaetis Byrjun” τρία χρόνια πριν, χωρίς να μπορεί να πει κανείς ότι ήταν συνηθισμένοι. Η ιδιαίτερη μουσική τους πρόταση βρήκε πρόσφορο έδαφος από την έκρηξη του post-rock μετά τα μισά των 90s και την αναγνωρισιμότητα που είχαν κερδίσει μπάντες σαν τους Godspeed You!Black Emperor και τους Mogwai . Έτσι έδρασαν κάτω από την ομπρέλα του post-rock , αν και δύσκολα θεωρώ ότι μπορεί κάποιος να εξηγήσει το τόσο ιδιαίτερο στυλ τους με αυτόν τον όρο . Το να αποκαλέσουμε την μουσική τους , art rock με τον ίδιο τρόπο που θα το κάναμε για τους Pink Floyd και τους Radiohead θα ήταν κατά τη γνώμη μου πιο ακριβές , φτάνει να εξηγούσαμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια instrumental(αν θεωρήσουμε ότι λόγο έλλειψης στίχων , η φωνή του Jonsi λαμβάνεται υπόψιν σαν ένα ακόμα όργανο) σχεδόν μπάντα (mini ορχήστρα καλύτερα) που όπως οι περισσότερες μεγάλες μπάντες δεν βιάζεται και δίνει όσο χρόνο χρειάζεται στις συνθέσεις της για να αναπτυχθούν ενώ παράλληλα αρέσκεται στις θορυβώδεις επικές κορυφώσεις . Ένα αριστούργημα των 00s και μια μουσική που το μεγαλείο της δεν προσπάθησε κανείς να επαναλάβει (όπως και στην περίπτωση των GY!BE) .
Κείμενο: Βασίλης Μπέκας
Magnetoscop. – Une fleur dans le goudron (2012)
(Self- released)
Οι Magnetoscop είναι μία post- rock μπάντα από τη Grenoble της Γαλλίας και σχηματίστηκε το 2010 από πέντε μουσικούς με εξαιρετικά αντικρουόμενες μουσικές καταβολές. Αυτοί είναι οι Francois Vallez (κιθάρα ακουστική και ηλεκτρική), Vincent Coutellier (πιάνο, synths, σαξόφωνο, video samples), Jeremy Fontana (κιθάρες, videos), Fabien Cosi (μπάσο) και Pierre Yves Mitha (κρουστά, harmonica, αρμόνιο).
Το πρώτο τους άλμπουμ « Une fleur dans le goudron » κυκλοφορεί στις 10 Οκτωβρίου σε ανεξάρτητη παραγωγή και ηχογραφήθηκε στα studio 1936 τον περασμένο Φεβρουάριο.
Επηρεασμένοι από το ευρύτερο φάσμα της post-rock, αλλά και από κλασσικές μπάντες όπως οι Pink Floyd, Sigur Ros και Mogwai,οι Magnetoscop παρουσιάζουν ένα ήχο μελωδικό, κάποιες φορές ψυχεδελικό πάντα όμως με έντονο συναίσθημα. Η μουσική τους πολυσυλλεκτικότητα προκαλεί αντικρουόμενα συναισθήματα και ο σκοτεινός σχεδόν καταθλιπτικός ήχος τους εναλλάσσεται με βίαιες έως και κτηνώδεις εκρήξεις. Οι συνθέσεις τους σε οδηγούν να σχηματίσεις εικόνες στο μυαλό σου – για αυτό το λόγο άλλωστε όλες οι ζωντανές τους εμφανίσεις συνδυάζονται με την προβολή video samples που επιμελούνται οι ίδιοι.
Δε θα μπορούσε να υπάρξει πιο τέλεια εισαγωγή στο άλμπουμ από το εναρκτήριο “Géranium” ενώ το “l’Homme” με τα αφηγηματικά φωνητικά φαντάζει βγαλμένο μέσα από ταινία του καλού γαλλικού σινεμά. Στο “Ulan Bator (où Jekyll devient Hyde)” το πιάνο κυριολεκτικά σε καθηλώνει και οι κιθάρες μπαίνουν αργά και βασανιστικά. Το “ Après la Pluie I” είναι η εισαγωγή για το εμφατικό “ Après la Pluie II” που έχει στοιχεία από κλασσική μουσική και σου φέρνει στο νου αφηρημένα κινηματογραφικά πλάνα. Το καλύτερο track μακράν- πάντα κατά την προσωπική μου γνώμη- είναι το “Feu” που μετά το πρώτο δίλεπτο κυριολεκτικά τα “σπάει” με ένα συνδυασμό δυναμικών κρουστών με δυνατές ακουστικές κιθάρες. Οι τόνοι πέφτουν στο “Opium” ενώ το εννιάλεπτο “ l’Armée du Cancrelat” είναι αρχικά εκρηκτικό και δυναμικό με γεμάτα φόρτιση φωνητικά αλλά μετά τη μέση του ηρεμεί για να κλείσει το άλμπουμ έτσι όπως ακριβώς άνοιξε…
http://www.youtube.com/watch?v=i1_k4L4z9rA
Κείμενο: Θωμάς Παπάς
Περισσότερα κείμενα της στήλης εδώ



