
Cul De Sac – Ecim (1991)
[Northeastern]
Πριν λίγες βδομάδες έγραφα στο νούμερο 7 του Sleepwalker για τους Swans. Έγραψα για αδικία (αν και βλέπω τους Swans να δικαιώνονται φέτος που όλοι αποθεώνουν το The Seer). Άλλη μια τρανταχτή περίπτωση αδικίας είναι οι Cul De Sac. Σίγουρα υπάρχουν μπάντες και μπάντες που στον καιρό τους δεν έτυχαν την αναγνώριση που άξιζαν (βλ. Disco Inferno) και μπάντες που ενώ επηρέασαν ολόκληρες σκηνές χάθηκαν ψάχνοντας συμβόλαιο με κάποια εταιρεία. Πλέον οι Cul De Sac δεν είναι κανα μυστικό, ωστόσο μια καλή λίστα για το είδος αυτό που καθόμαστε και γράφουμε (μεταμεσονύχτια), θα είναι μάλλον λειψή αν δεν το περιέχει. Το “Ecim” των Cul De Sac για μένα θα είναι το κρυφό διαμαντάκι μιας χρονιάς που έχει τεράστια albums (τι να πρωτοπείς για το 1991, Spiderland, Loveless, Nevermind, Laughing Stock, Blue Lines και ένα σωρό άλλα εκπληκτικά albums) αλλά και ένας από τους λόγους που χαρακτηρίζουμε το post-rock, ένα πραγματικά καινούριο και καινοτόμο κίνημα.
Το “Ecim” ήταν το ντεμπούτο των Cul De Sac. Πρόκειται για αναγραμματισμό της λέξης mice. Μέσα στα αυλάκια του, κρύβεται η μεγάλη αγάπη του Glenn Jones, κιθαρίστα και ιθύνοντα νου του σχήματος, για την παράδοση αλλά και την εξέλιξη, την θέληση του να δώσει κάτι καινούριο. Μαζί με τον Rubin Amos, ο οποίος είναι υπεύθυνος για όλους τους synth ήχους και θορύβους, δημιούργησαν ένα album που ενώνει το kraut rock των Can και των Faust με το post-punk, την folk αλλά και πιο παραδοσιακά πράγματα όπως τον Αμερικάνικο Πριμιτιβισμό (μουσικό είδος των τελών των 60s, με avant-garde, νεοκλασικές συνθέσεις που χρησιμοποιούσαν fingerpicking τεχνικές στην κιθάρα όπως είχαν χρησιμοποιηθεί στα παραδοσιακά blues, χωρίς όμως να συνοδεύονται από φωνητικά. Οι Cul De Sac εξάλλου το 1997 συνεργάστηκαν με τον John Fahey, πρωτοπόρο και ουσιαστικά θεμελιωτή του είδους αυτού, κυκλοφορώντας το “The Epiphany of Glenn Jones”), χωρίς να αναπαράγουν στείρα και προσπαθώντας να δημιουργήσουν κάτι που δεν θα περιγράφεται απλά με κάποιο από τα παραπάνω είδη.
Το “Ecim” είναι προφανές ότι επαναφέρει τη λογική του kraut-rock. Το εναρκτήριο “Death Kit Train” με τον motorik ρυθμό του και τους synth θορύβους, ακούγεται σαν τους Can να παίζουν post-punk. To kraut-rock, το Γερμανικό αυτό κίνημα της δεκαετίας του ’70, θέλησε να ξεφύγει από τον ροκ ήχο της εποχής, και ειδικότερα το Αμερικάνικο blues rock. Αντίστοιχα οι Cul De Sac, θέλουν να ξεφύγουν από τις νόρμες, δεν επιθυμούν να συγκριθούν, θέλουν να δημιουργήσουν.
Space Folk, σαν αυτή του The Moon Scolds The Morning Star, ψυχεδέλεια, jazz, Sonic Youth, Velvet Underground αναφορές, 70s prog και τόσα άλλα πράγματα αλέθονται στον μύλο που λέγεται “Ecim”. Κομμάτια σαν το Electar και το Nico’s Dream ανήκουν στις πιο post-punk στιγμές του, ενώ το εντελώς spaced-out, Homunculus ή το Song to the Siren, τονίζει τις αντιθέσεις που είναι γεμάτο το “Ecim”. Πολυσυλλεκτικό αλλά και με προσωπικότητα. Η ελιτίστικη σχεδόν, προσέγγιση του group, η άρνηση τους να συγκριθούν (ο Glenn Jones έχει δηλώσει ότι οι Cul De Sac δεν παίζουν post-rock, βέβαια αυτό το χουν πει και οι Mogwai…), ο στόχος του να καταφέρουν να υπερβούν τις επιρροές τους, δίνοντας κάτι νέο, ήταν η βασική αρχή για το post-rock στο ξεκίνημα του. Album σαν το “Ecim” ανήκουν στην εμπροσθοφυλακή του post-rock και φυσικά αποτελούν την απόδειξη ότι η βασική αρχή για να προχωρήσει κάτι, είναι το ανήσυχο πνεύμα και η επιθυμία των δημιουργών να προχωρήσει.
Κείμενο : Βασίλης Μπέκας
Περισσότερα κείμενα της στήλης εδώ



