29 C
Athens
Σάββατο, 8 Αυγούστου, 2026
spot_img

Opeth : Heritage (Roadrunner Records 2011)

Πριν λίγες εβδομάδες ο μεγαλύτερος Έλληνας ραδιοφωνικός παραγωγός και ιδρυτής του περιοδικού «Ποπ και Ροκ», Γιάννης Πετρίδης στην εκπομπή του, που ήδη μετρά 35 χρόνια ζωής στην NET 105,8, αφιέρωσε οκτώ μέρες στο hard rock και heavy metal. Σημαντικό αυτό, καθώς πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους σταθμούς του οποίου το ακροατήριο δεν είναι συνηθισμένο να ακούει στις τέσσερις το μεσημέρι Lamb of God ή στην πιο «ελαφριά» περίπτωση Accept και Scorpions. Την προτελευταία μέρα της ανασκόπησης, σαν κλείσιμο του προγράμματος προλόγισε ένα συγκρότημα από την Σουηδία που έχει δημιουργηθεί εδώ και 20 χρόνια και ο νους μου πήγε κατευθείαν στους Opeth. Αναρωτήθηκα τι μπορεί να παίξει ο απρόβλεπτος Πετρίδης, ο οποίος προτίμησε το ομώνυμο του “Blackwater Park” των 10 περίπου λεπτών, των πολύπλοκων συνθέσεων και των αβυσσαλέων φωνητικών κι όχι κάποιο από το Damnation που είναι περισσότερο φιλικό προς το ραδιόφωνο. Μπορεί κάποιοι να έστειλαν μηνύματα ρωτώντας αν ο θόρυβος που άκουγαν από τα ηχεία τους ήταν όντως τραγούδι ή φασαρία, όμως ο παραγωγός έσπευσε να ομολογήσει μεν την ιδιαιτερότητα αυτού του ήχου, από την άλλη όμως προέτρεψε τον συγκεκριμένο ακροατή να προσέξει πόσο ενδιαφέρον μπορεί να κρύβουν οι συνθέσεις οι οποίες τόσο πολύ τον αγανάκτησαν.

Αυτός ο πρόλογος έγινε φυσικά για να παρουσιάσω την υπέρμετρη αναγνωρισιμότητα που γνώρισε τα τελευταία πέντε χρόνια μια μπάντα που κατά βάση παίζει death metal και που πλέον κατατάσσεται μεταξύ των μεγαθηρίων της σκληρής αλλά ποιοτικής μουσικής. Ποτέ άλλοτε το death metal δεν έφτασε σε επίπεδα να παίζεται μέρα μεσημέρι σε mainstream ράδιο ή ακόμη και στο MTV (εκτός του Headbangers Ball), όπως έγινε κατά την περίοδο του “Watershed”. Αξιοπρόσεχτο το τελευταίο, καθώς το κοινό της τηλεόρασης δύσκολα δέχεται κάτι που παρεκκλίνει τόσο πολύ από την γραμμή του.

Τα χρόνια πλέον πέρασαν, τα άλμπουμ έγιναν ανάρπαστα, ειδικά μετά τα μνημειώδη “Blackwater Park” και “Deliverance”, με τον χρόνο να παίζει παιχνίδια με τις αποχωρήσεις των Lopez και Lindgren μετά το “Ghost Reveries” και να έρχεται η ώρα για ένα κρίσιμο στάδιο για την καριέρα τους. Μετά από τόσο καιρό ο καθένας καταλαβαίνει πως εννέα δουλειές είναι αρκετές για να επέλθει καταξίωση, όμως η συνέχεια θα αποδείξει αν θα αναλωθούν στο γνώριμο έως προβλέψιμο πλέον ύφος ή θα κάνουν την υπέρβαση και θα ξεφύγουν από τα πεπραγμένα.

Ώρα πλέον για την δέκατη κυκλοφορία τους που θα δοκιμάσει τα γούστα και την πίστη των οπαδών. Είναι αλήθεια πως το “Heritage” αναμενόταν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον μιας και ο Akerfeldt είχε δηλώσει πως θα είναι εξ’ ολοκλήρου καθαρό φωνητικά, με αποτέλεσμα όλους να το θεωρούν ως ένα δεύτερο “Damnation”, πριν καλά – καλά κυκλοφορήσει. Το τραγούδι που έδωσαν ως δείγμα, το “Devil’s Orchard”, ήρθε να αφήσει το ακροατήριο με μια έκπληκτη αλλά άκρως θετική απορία. Το πρώτο μέτρο και μόνο της εισαγωγής ήταν αρκετό για να αναρωτηθώ αν όντως ακούω Opeth. Οι λαμπάτες κιθάρες των Akerfeldt και Akesson, τα νοσταλγικά πλήκτρα του Wiberg (που με το τέλος των ηχογραφήσεων αποχώρησε), το γεμάτο μπάσο του Mendez και τα εξαιρετικά prog – rock αλά ‘70s τύμπανα του Axenrot, συνέθεσαν λίγα δευτερόλεπτα που δεν είχα ξανακούσει από τους Σουηδούς. Μέχρι να τελειώσει το κομμάτι κι ενώ πάλευα να μαζέψω τα αυτιά μου από το πάτωμα όπου χοροπηδούσαν πανευτυχή, ένοιωθα τους ακουστικούς μου πόρους να ζητούν απεγνωσμένα δεύτερη ακρόαση, η οποία έγινε τρίτη κ.ο.κ.

Με την κυκλοφορία του έσπευσα να ακούσω και τις υπόλοιπες εννέα συνθέσεις ώστε να βγάλω ένα συμπέρασμα σχετικά με την νέα άποψη που είχε υιοθετήσει ο Akerfeldt για το “Heritage”. Ουσιαστικά πρόκειται για έναν δίσκο – φόρο τιμής στο prog – rock των 70’s, με την παραγωγή των Wilson και Akerfeldt να επιτυγχάνει έναν ασύλληπτο ήχο σε κιθάρες και πλήκτρα, κάτι που βοηθά στην δημιουργία ενός μαγευτικού κλίματος καθ’ όλη τη διάρκεια του άλμπουμ. Πιστεύω ειλικρινά πως η προσθήκη του Akesson ήταν εξαιρετική επιλογή και συνεχίζει να δίνει έναν αέρα ανανέωσης, καθώς σαν κιθαρίστας είναι περισσότερο βιρτουόζος με διαφορετικό στυλ από το «αφεντικό» του, ο οποίος Mikael Akerfeldt δίνει το συναίσθημα που χρειάζονται τα κομμάτια, είτε μέσω εξάχορδης, είτε μέσω φωνητικών. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει πως και ο ίδιος ο Akesson δεν προκαλεί τον ακροατή να συγκινηθεί. Τα solo του στο “Heritage” αναδεικνύουν μια αίγλη guitar hero και προσωπικά τα λάτρεψα ένα, ένα.

Αγαπημένος μου drummer του συγκροτήματος παραμένει ο Lopez, όμως εδώ ο Axenrot δίνει πραγματικά ρέστα, με εκπληκτικό progressive rock (όχι metal) παίξιμο, ευφυέστατο (προσέξτε το groove του “The Lines In My Hand” που αποτελεί μελωδία από μόνο του), δεν χρησιμοποιεί δίκασο παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα και η φιλοσοφία του αποκαλύπτει έναν ολοκληρωμένο, για το είδος του, μουσικό. Υπήρξαν στιγμές που μου θύμισε κάτι από Bill Bruford της εποχής “Red” των King Crimson, γενικό γνώρισμα όλου του δίσκου. Ο έτερος ρυθμικός της πεντάδας, Martin Mendez, δείχνει πιο ηγετικός από ποτέ, με σαφή μελωδικό ρόλο.

Πολλά στοιχεία από τα παλιά κάνουν και εδώ την εμφάνισή τους, κυρίως στα μέρη του Akerfeldt και περισσότερο στα ακουστικά σημεία, ή σε κάποια υποβόσκοντα θέματα της ηλεκτρικής. Από εκεί και πέρα η ιστορία αλλάζει με τραγούδια σαν το “Famine” να αποδεικνύουν γιατί τα 70’s είναι τα αγαπημένα του Mikael. Κρουστά στην εισαγωγή από τον μεγάλο Alex Acuna, ένα ψυχεδελικά ήρεμο κουπλέ για τα φωνητικά, το μπάσιμο όλων των οργάνων που κάνει «μπαμ» King Crimson και ένα απίστευτο σημείο όπου είχα πολύ καιρό να ακούσω από τέτοια μπάντα να χρησιμοποιεί φλάουτο με Ian Anderson τρόπο, τόσο ακραία, αλλά σωστά αποδομένο. Παρανοϊκά όμορφο riff από τα πλήκτρα στο “Nepenthe”, δυναμική ψυχεδέλεια στο μεγαλειώδες κλείσιμο του “Folklore”, καταχνιά και σαγήνη στο “I Feel The Dark”, ενώ η ταχύτητα του “Slither” δίνει μια hard rock χροιά, χάριν ποικιλίας.

Παρόλα τα παραπάνω διθυραμβικά σχόλια, το “Heritage” δεν πιστεύω πως θα έχει την αναγνώριση που του αξίζει κι αυτό γιατί η πλειοψηφία του ακροατηρίου δεν ψάχνει κάτι τέτοιο από τους Opeth. Αν τουναντίον ανοίξει τα αυτιά του και αφεθεί, θα καταφέρει να εκτιμήσει ένα δίσκο που με τις ακροάσεις γίνεται όλο και καλύτερος. Προσωπικά δεν βγήκα μόνο ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα, αλλά έως και ευτυχισμένος.

Κείμενο : Βασίλης Μπακογιάννης

Related Articles

Τελευταία Νέα

X