29 C
Athens
Σάββατο, 8 Αυγούστου, 2026
spot_img

Gorod: A Perfect Absolution (Listenable Records 2012)

Μέσα δεκάτου αιώνα κάπου κοντά στο Κίεβο, ο βασιλιάς της πόλης Ιγκόρ υπό την στρατιωτική του συνοδεία βγαίνει τσάρκα στην επαρχία της Ντέρεβα να μαζέψει κάνα φράγκο, δηλαδή τους ήδη παραφουσκωμένους φόρους του. Οι δυσαρεστημένοι πολίτες της πρωτεύουσας Ισκορόστεν τον δολοφονούν και τα ηνία της αρχηγίας αναλαμβάνει η σύζυγός του Όλγα (ή πιο σωστά, Όλγκα). Η εκδίκηση για τον χαμό του άντρα της θα είναι αμείλικτη και πάνω απ’ όλα υποχθόνια. Η ιστορία από αυτό το σημείο και μετά ήταν που εξίταρε τους Γάλλους Gorod ώστε να δημιουργήσουν ένα concept άλμπουμ πάνω σε ιστορικά διασταυρωμένα γεγονότα γύρω από το παραπάνω θέμα.

Οι Gorod ανήκουν σε μια κατηγορία μουσικών με φαινομενικά εύκολη κατηγοριοποίηση, το τεχνικό death metal, που όμως έχει εμποτιστεί με πολλά στοιχεία ελαφρώς ξένα προς το ιδίωμα. Πάρτε για παράδειγμα τα κορυφαία συγκροτήματα του χώρου όπως οι Necrophagist και οι Obscura από τα πιο τεχνικά, φτάνοντας μέχρι και τους Between The Buried And Me των πιο άγριων στιγμών τους. Φυσικά οι παρομοιώσεις αρχίζουν να περιττεύουν από ένα σημείο και μετά, παραδίδοντας τη σκυτάλη σε ένα άνευ προηγουμένου σαραντάλεπτο άγριου tech progressive.

Ο δίσκος αποτελείται από οκτώ τραγούδια (εξαιρώ την εισαγωγή) που το κάθε ένα αναφέρεται σε μια ξεχωριστή ιστορία της Όλγκα, φανερώνοντας την παγανιστική και σατανικά εκδικητική ιδιοφυΐα της. Πιστεύω αξίζει να αναφέρω την πιο ακραία που θυμίζει ταινίες φαντασίας και παρουσιάζεται στο “Birds Of Sulphur”. Ένας παράξενος φόρος που υποβλήθηκε στους κατοίκους του Ισκορόστεν, απαιτούσε τρία περιστέρια και τρία σπουργίτια από κάθε σπίτι. Μόλις τα έλαβαν οι στρατιώτες της Όλγκα τύλιξαν τα πόδια των πουλιών με κουρέλια εμποτισμένα στο θειάφι και τα άφησαν ελεύθερα να γυρίσουν πίσω στις φωλιές τους και στα σπίτια από όπου ήρθαν. Μετά από λίγο το θειάφι έκαψε τα πάντα στην περιοχή.

Η ικανότητα της μπάντας στη μουσική είναι όμως αυτό που κρατάει το ενδιαφέρον στα ύψη κάνοντας τους οπαδούς των ακραίων καλλιτεχνικών εκφράσεων να χαμογελάσουν με νόημα βρίσκοντας επιτέλους κάτι που να στέκεται επάξια δίπλα στο μνημειώδες “Epitaph” των Necrophagist και να ξεπερνά ακόμη και το εξαιρετικό “Omnivium” των Obscura. Βέβαια αυτές είναι προσωπικές κατατάξεις, οπότε μην με κατηγορήσετε για αυτό το άτυπο top 3 μου.

Κιθάρες που παίζουν τρελά θέματα γύρω από το φάσμα του progressive και λιγότερο του death metal παραδίδουν σεμινάρια ποιοτικής σκληρής μουσικής που μόνο μεγάλα άλμπουμ προσφέρουν. Ανάλογο μπάσο που θέλει μεγάλους παίχτες να αναδεικνύονται από εκεί και τα τύμπανα να προσεγγίζουν ηχητικά πολεμικές μηχανές. Κάθε κομμάτι όμως προσφέρει και ένα διαφορετικό στοιχείο που κατά τη γνώμη μου είναι το μυστικό της υπόθεσης, ώστε να μην πέφτει το ενδιαφέρον πουθενά και για κανένα λόγο. Τεχνικές μελωδίες που φλερτάρουν με τζαζ αλλά στα 250 ή 300 bpm φαίνονται παρανοϊκά – με την καλή έννοια πάντα. Καταπληκτικά riff όπως αυτό στο τελείωμα του “Birds Of Sulphur”, ή το εμπνευσμένο από ολίγον black στο ρεφρέν του “5000 At The Funeral” γεμίζουν το “A Perfect Absolution” από την αρχή μέχρι το τέλος. Φέρτε στο μυαλό σας και λίγο από ένα άλλο μεγάλο συγκρότημα που δυστυχώς δεν έχει γνωριστεί αρκετά από το ελληνικό κοινό, τους συμπατριώτες τους Hacride, τους οποίους θυμίζουν σε αρκετά σημεία και έχετε φτάσει σε ένα καλό επίπεδο ώστε να καταλάβετε για τι μιλάω. Μέχρι το έκτο κομμάτι βέβαια γιατί μετά μου είχαν κι άλλες εκπλήξεις.

Εκεί που είχα μείνει με την εντύπωση «ναι, ξέρω τι ακούω» πιάνουν ένα καθαρά funk ρυθμό στα μισά του “Carved In The Wind”, τόσο καλοδουλεμένο που άρχισα να χαζογελάω από την χαρά μου. Το σόλο που έπεσε από πάνω κόλλησε ιδανικά φανερώνοντας τις πλευρές της μουσικής παιδείας των Γάλλων στρώνοντας ένα πολύχρωμο ακουστικό χαλί. Η συνέχεια ακόμα πιο εκπληκτική. Η εισαγωγή του “Varangian Paradise” έφερε το funky εφέ που ακούγαμε κάποτε στην εισαγωγή του “Shaft”, με εκείνο το χαρακτηριστικό «κουκουκακα κουκουκακα» της κιθάρας. Ελπίζω να ήμουν αρκετά περιγραφικός με το τελευταίο αν και σίγουρα χαζός. Λίγο πιο μετά που ηρεμούν τα πνεύματα μου πέταξαν μια παραλλαγή σάμπα, αφήνοντας μηδενικά περιθώρια σε κάποιον που τυχόν θα ήθελε να τους κατακρίνει για έλλειψη ποικιλίας. Κλείσιμο με ολίγον djent στο “Tribute Of Blood” εκπληρώνοντας τις προσδοκίες που είχαν πολλοί οπαδοί από τις προηγούμενες δουλειές τους.

Με σαράντα περίπου λεπτά να φαντάζουν λίγα ακόμη και για μια τόσο σκληρή και πολύπλοκη μουσική, καταλαβαίνετε ότι οι Gorod δεν είναι απλά κάποιοι underground κάφροι ακόμα, αλλά τρομεροί καλλιτέχνες. Όσοι δεν έχετε μένος κατά των άγριων φωνητικών και του βαρύτατου ήχου θα πρέπει να επενδύσετε χρόνο πάνω του. Τους υπόλοιπους θα σας εκδικηθεί η Όλγκα.

Κείμενο: Βασίλης Μπακογιάννης

Related Articles

Τελευταία Νέα

X