
Οι Paradise Lost έχουν μεγάλο εύρος δισκογραφίας όντας στη δεκαετία του 90 από τις σημαντικότερες μπάντες του “Peaceville Three”.
Η μαγεία της μουσικής τους κρύβεται στην ομορφιά και την ατμοσφαιρικότητα του ήχου και των μελωδιών τους.
Το μεγαλείο τους έχει αποτυπωθεί σωρεία δίσκων. Αν κάτι για εμένα τους ξεχώριζε ήταν η ισορροπία ιδιαίτερα στο “Draconian Times” ανάμεσα σε metal και goth αισθητική. Από την άλλη όμως είναι μια μπάντα που δε φοβάται να αλλάξει συχνά την ηχητική της κατεύθυνση. Αυτό φάνηκε στο υπέροχο “One Second” που αρχικώς δίχασε αλλά δεν παύει να είναι διαμάντι. Εγώ προσωπικά τους λάτρεψα στην πιο doom εκδοχή τους στο υπέροχο σε τίτλο και περιεχόμενο “Faith Divide Us – Death Unite Us”.
Οι Paradise Lost έχουν φανατικούς φίλους στη χώρα μας και σε κάθε εμφάνιση επιβεβαιώνουν το μεγαλείο τους.
Με βάση τα παραπάνω περίμενα με χαρά να ακούσω το νέο τους δίσκο που τιτλοφορείται “Ascension”.
Ήδη από τις πρώτες νότες του riff στο εναρκτήριο “Serpent On The Cross” απόλαυσα ότι κάνει όμορφη αυτή την μπάντα. Πένθιμες μελωδίες, brutal death–doom φωνητικά αριστούργημα, βαριά ατμόσφαιρα και παραγωγή, μελωδικότατες κιθάρες και επικά ρυθμικά μέρη. Ότι μας πορώνει στους Paradise Lost σα συστατικό στοιχείο υπάρχει μέσα σε αυτή την κομματάρα! To headbanging δε σταματά και η μπάντα καλπάζει.
Μετά το παραπάνω θρίαμβο ακολουθεί άλλο ένα καταπληκτικό δημιούργημα το “Tyrants Serenade”. Το κομμάτι στέκεται περισσότερο στη χρυσή death εποχή της μπάντας. Οι κιθάρες των Greg Mackintosh και Aaron Aedy χτίζουν ένα μελωδικότατο σκελετό βάση για την φωνή του καταιγιστικού Nick Holmes. To κομμάτι μου θύμισε έντονα τους Type O Negative και τα φωνητικά το στυλ του αείμνηστου Peter Steele. Δεν πρόκειται όμως για αντιγραφή. Αντίθετα μιλάμε για τα άνθη του κακού. Η αλλιώς για μια gothic τελειότητα που απορρέει μια εναλλακτικά και σκοτεινή αίσθηση του κάλλους.
Και έρχεται το “Salvation”…Τι να πω εδώ για αυτό το επτάλεπτο doom μεγαλείο.
Σε κάθε μακρόσυρτη πενιά του ανατρίχιαζα με το πόσο βαριά γινόταν η οδύνη και το φορτίο του κομματιού. Κιθάρες, φωνητικά, πλήκτρα, καμπάνες, κοράκια …μια heavy κατάνυξη σήμα κατατεθέν των σπουδαίων Άγγλων.
Σε πιο έντονο μοτίβο κινείται το “Silence Like The Grave” που ξεχωρίζει για τη δυναμική του και τις μελωδικές συνδιαλλαγές της κιθάρας με τα φωνητικά. Θα πω ότι παίρνει σε ύφος και αέρα τόσο από το “Faith Divide Us – Death Unite Us” και ίσως το “Tragic Idol” αλλά και το “In Requiem”. Δεν είναι όμως μια στείρα επανάληψη παλιών λογικών. Αντίθετα είναι εμποτισμένο από την εμπειρία και το σύγχρονο δυναμικό χαρακτήρα της μπάντας. Οι Paradise Lost σφυρηλατούν το παλιό με το νέο.
Το “Lay A Wreath Upon The World” έχει υπέροχες ακουστικές κιθάρες που συνδυάζονται με υπέροχα ηλεκτρικά σκοτεινά riff που τόσο αγαπάμε στους Paradise Lost. Τα φωνητικά του Nick Holmes μπλέκονται με τα αιθέρια παγανιστικά φωνητικά της Heather Thompson. Το κομμάτι προσφέρει το κάτι διαφορετικό στο δίσκο και είναι πραγματικά υπέροχο σε κάθε του νότα.
Και πάμε πίσω στην άγριες εποχές της ατίθασης νιότης της μπάντας.
Το “Diluvium” είναι heavy, τα φωνητικά του Holmes επιβλητικά, οι κιθάρες σε riff και σόλο πολύ δυνατές. Ο ρυθμός χτίζει ένταση και λύνεται πίσω στα καταπληκτικά riff. Πολύ καλό, αργόσυρτο και συνάμα καλπάζουν. Πάνω από όλα όμως βαρύ και τραχύ! Μου έφερε στο νου λίγο από τη τεχνοτροπία που εμφάνισαν στο “Draconian Times”.
Τα goth στοιχεία του συγκροτήματος συνεχίζεται με το “Savage Days”.
Τα καθάρια φωνητικά του Holmes προσδίδουν μια σκοτεινή μα συνάμα γοητευτική μελαγχολία. Οι Paradise Lost παίζουν σαν το φως του καντηλιού που τρεμοσβήνει και η καρδιά σου σφίγγει.
Το “Sirens” μου έφερε κάτι από τα riff των Τοοl σε συνδυασμό με τις παλιές μελωδικές στιγμές της μπάντας. Ειδικά το riff με το οποίο κλείνει το κομμάτι μου χαράχτηκε για τα καλά στη μνήμη. Οι Paradise Lost εμφανίζουν περιοδικότητα στη μουσική τους αλλά την αποδίδουν μαεστρικά. Ο ήχος τους είναι σαν το παλιό καλό κρασί!
Ακολουθεί το βαρύγδουπο “Deceivers”. Το κομμάτι είναι πιο βαρύ, άμεσο και γρήγορο σε σχέση με τα πιο doom αργόσυρτα κομμάτια της μπάντας. Κιθαριστικά riff μεγατόνων με καταπληκτικά growl φωνητικά. Οι Paradise Lost είναι εδώ!
Η ατμοσφαιρική μελαγχολία επιστρέφει για τα καλά στα ακουστικά μου με το εξαιρετικό “The Precipice”.
Πρόκειται για ένα κλασσικό death–doom κομμάτι με έντονο επικό χαρακτήρα. Τα φωνητικά του Nick Holmes μαγεύουν για άλλη μια φορά. Παράλληλα το αργό τέμπο, η υπέροχη σύζευξη μπάσου και ντραμς και οι κιθάρες δημιουργούν ένα τέλειο αφήγημα. Δύσκολα θα βρει κανείς μπάντα στο σήμερα που να προσεγγίζει σε τέτοιο βαθμό τη μέθεξη του γοτθικού σκότους. Οι Paradise Lost κάνουν τα δύσκολα να φαίνονται απλά με όπλο το ταλέντο και την μεγάλη πια εμπειρία τους.
O δίσκος στην deluxe έκδοση του προσφέρει άλλα δύο υπέροχα bonus tracks.
To “This Stark Town” είναι ένα πραγματικό αριστούργημα. Η ατμόσφαιρα του στο υπόβαθρο με τα καταπληκτικά synth είναι στοιχειωμένη. Η αγωνία κορυφώνεται με τις εναλλαγές βαριών κιθαριστικών riff και των καθαρών και brutal φωνητικών. Ένα παραμύθι με δυσοίωνο τέλος. Η αβάσταχτη κραυγή αγωνίας απέναντι στο έρεβος. Ένα σκοτεινό μα πανέμορφο κομμάτι. Τα παίζουν και τα κάνουν όλα τέλεια ενώ ξεχωρίζω τα καταπληκτικά ambient στοιχεία του κομματιού.
H μελωδική μελαγχολία της μπάντας κλείνει με το “A Life Unknown”. Respect στα bending riff και την αρμονία του κομματιού. Ένα κομμάτι που κοχλάζει λάβα και εμπεριέχει όλα τα στοιχεία που οι Paradise Lost εμφανίσανε σε αυτό το δίσκο.
Συνολικά το “Ascension” είναι ένας πολυσυλλεκτικός δίσκος που ενώνει τα καλύτερα από όλες τις διαφορετικές φάσεις του συγκροτήματος.
Αυτό ίσως δυσαρεστεί κάποιους που έχουν συνηθίσει πιο ενιαίο ύφος στους δίσκους της μπάντας. Βέβαια η μελαγχολία-σήμα κατατεθέν τους είναι παντού. Από την άλλη ο δίσκος με πολλαπλές ακροάσεις χαρίζει μια απόλαυση που κάθε φορά συναρτάται σε κάτι άλλο. Και αυτό το στοιχείο είναι κομμάτι της γοητείας του. Δώσε χρόνο και πολλαπλές ακροάσεις και θα σε ανταμείψει. Η παραγωγή του Mackintosh είναι εξαιρετικού επιπέδου. Θα ήθελα λίγο πιο όμορφη digipack έκδοση. Όλα αυτά είναι όμως λεπτομέρειες μπροστά στο σκοτεινό έπος αυτής της μπάντας.
Βαθμολογία: 8/10
Κείμενο: Σπύρος Θηβαίος


