29.3 C
Athens
Σάββατο, 8 Αυγούστου, 2026
spot_img

Lorna Shore: I Feel The Everblack Festering Within Me (Century Media 2025)

Lorna Shore - I Feel The Everblack Festering Within Me

Οι Lorna Shore είναι μία από τις πιο πετυχημένες deathcore μπάντες των τελευταίων ετών. Οι πολλαπλές αντικαταστάσεις μελών μέσα σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα οδήγησαν και στις αντίστοιχες αλλαγές στον ήχο τους. Φυσικό επακόλουθο αυτών των αλλαγών ήταν και η σχετική διάσπαση του fanbase τους.

Πολλοί φίλοι της μπάντας προτιμούν την εποχή των πρώτων δύο album τους, “Psalms” και “Flesh Coffin”. Για άλλους, το “Immortal” παραμένει το αποκορύφωμα της μπάντας, καθώς ενσωμάτωσε τέλεια, μεταξύ άλλων, το συμφωνικό στοιχείο. Κάποιοι θεωρούν ότι οι τελευταίες τους κυκλοφορίες (“And I Return To Nothingness” καιPain Remains”) είναι αδιαμφισβήτητα τα καλύτερά τους.

Το μόνο σίγουρο σε αυτή τη φάση είναι ότι οι Lorna Shore διανύουν την πιο δημοφιλή περίοδο της καριέρας τους.

Ο τρόπος με τον οποίο κάνανε τη deathcore πιο mainstream χωρίς να «αραιώσουν» τον ήχο της είναι μοναδικός. Και η εισαγωγή του Will Ramos στην μπάντα, ενός από τους πλέον πιο ταλαντούχους τραγουδιστές στη deathcore έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Χωρίς όμως αυτό να βάζει τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας στη σκιά του.

Το “I Feel The Everblack Festering Within Me” ξεκινάει με το αδυσώπητο “Prison Of Flesh”. Μία δυσοίωνη εισαγωγή που χτίζει τρομακτική ένταση ακολουθείται από δαιμονικά φωνητικά. Εκρηκτικά riffs στη κιθάρα συνδυάζονται με απίστευτα, εξουθενωτικά blast beats στα ντραμς σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του κομματιού.

Είναι ένα κομμάτι αρκετά προσωπικό για τον Will, ο οποίος δίνει μία από τις καλύτερες φωνητικές εκτελέσεις του. Ο τρόπος με τον οποίο χάνεται ηχητικά στο background με τον στίχο “I Will Suffocate” είναι στοιχειωτικός. Και φυσικά το βάναυσο breakdown που ακολουθεί αμέσως μετά είναι από τα πιο αρρωστημένα που έχουν βγάλει ποτέ. Σε επίπεδα σκληρότητας κονταροχτυπιέται με το “To The Hellfire”.

Το βαριά καταθλιπτικό, αλλά παράλληλα αρρωστημένα βάναυσο “Prison Of Flesh” ακολουθείται από το εξίσου σκληρό και δυστοπικό “Oblivion”. Η ίδια πετυχημένη συνταγή ακολουθείται και εδώ: εκτεταμένη δυσοίωνη εισαγωγή, εκκωφαντικά, γρήγορα ντραμς, δυνατά riffs, γρυλίσματα και δαιμονικά growls. Και όλα αυτά καταλήγουν πάλι σε ένα καταιγιστικό κρεσέντο-breakdown.

Το “In Darkness” συνεχίζει την ίδια φόρμουλα που μάθαμε και από το “Pain Remains”, αλλά λίγο διαφορετικά.

Μία πολύ όμορφη ορχηστρική εισαγωγή, ένα «τσικ» πιο επική από ότι μας έχουν συνηθίσει. Ιδιαίτερα συναισθηματικό κομμάτι με ίσως περισσότερα στοιχεία melodic metal και σχεδόν καθαρά φωνητικά ανά διαστήματα. Σχεδόν.

Το “Unbreakable” είναι ίσως το πιο mainstream deathcore κομμάτι του album και παράλληλα το πιο μικρό. Αυτό βέβαια δεν αφαιρεί πόντους από το πόσο δυνατό και εμψυχωτικό κομμάτι είναι, παρότι ακολουθεί και αυτό την πεπατημένη. Μαζί με τα προηγούμενα κομμάτια μέχρι τώρα δίνει μια σχετικά κινηματογραφική διάσταση στη deathcore που δουλεύει άψογα.

Περνάμε στο ίσως πιο πρωτότυπο, ιδιαίτερο και προσωπικό κομμάτι του album, το “Glenwood”.

Εμπνευσμένο από τη δύσκολη παιδική ηλικία του Will, αποτυπώνει έναν έντονο συναισθηματισμό χωρίς να ξεφεύγει πολύ από το σκληρό ήχο της μπάντας. Πανέμορφο μελαγχολικό σόλο κιθάρας, φορτισμένο breakdown και απόλυτα ταιριαστές νότες πιάνου στο τέλος.

Η κινηματογραφικότητα που χαρακτηρίζει το album μέχρι τώρα συνεχίζεται με το “Lionheart”. Ταχύτατα ντραμς, μελωδικά riffs, επικά ανά σημεία φωνητικά που πλαισιώνουν τέλεια τα βάναυσα φωνητικά και ένα εξαιρετικό σόλο.

Στο ίδιο μήκος κύματος, αλλά στο πιο gothic, σκοτεινό, επικό στοιχείο συνεχίζουν με το “Death Can Take Me”.

Η δομή παραμένει ίδια με το “Lionheart” με ένα ακόμα εξαιρετικό σόλο και εξουθενωτικά γρήγορα ντραμς. Το tempo αλλάζει όμως στο τέλος με ένα σχετικά αργό, στοιχειωτικό χτίσιμο που καταλήγει σε ένα ακόμα σκληρό breakdown.

Τα synths στην αρχή του “War Machine” συνεχίζουν με ρυθμικά ντραμς και γεμάτα ενέργεια riffs.

Μετά από ανθρώπινες κραυγές και ήχους όπλων ανεβαίνει η ένταση και ακολουθεί ένα συνονθύλευμα melodeath ήχων. Εδώ ξεφεύγουν από τη συνταγή τους και δίνουν κάτι πιο μοναδικό, αλλά εξίσου πετυχημένο. Η τελευταία πινελιά δίνεται με τον ήχο της κεφαλής μιας χειροβομβίδας που πέφτει στο έδαφος.

Το “Nameless Hymn” έχει ίσως την πιο βαριά εισαγωγή του album με ανθρώπινες κραυγές που ακολουθούνται από δαιμονικά φωνητικά. Το συμφωνικό στοιχείο είναι συνέχεια στο background, διατηρώντας τον απειλητικό τόνο και συνδυάζεται ιδανικά με τα βαριά φωνητικά. Το σερί των αρρωστημένα σκληρών breakdown συνεχίζεται και εδώ.

Το «grand finale» του album είναι επικών διαστάσεων, τόσο στο περιεχόμενο όσο και στη διάρκεια.

Η όμορφη, παραμυθένια εισαγωγή του “Forevermore” με πλήκτρα και γαλήνια φωνητικά είναι κάτι σχετικά αναπάντεχο, αλλά σίγουρα ευπρόσδεκτο. Στο δεύτερο λεπτό του κομματιού επιστρέφουμε στα οικεία μονοπάτια του σκληρού ήχου της μπάντας. Συνεχίζει όμως να εναλλάσσεται με το ύφος της εισαγωγής, ενώ στο ρεφρέν συνδυάζονται αρμονικά.

Παρά τη σχεδόν δεκάλεπτη διάρκειά του, το “Forevermore” δεν κουράζει. Η εναλλαγή των δύο στυλ ήχου κυλάει με πολύ φυσικό τρόπο. Το συγκινητικό σόλο κιθάρας ακολουθείται από έναν έντονα συναισθηματικό στίχο. Έπειτα η ένταση ανεβαίνει πάλι, φτάνοντας σε ένα φορτισμένο κρεσέντο, όπως στο “Glenwood”. Το τραγούδι κλείνει το album με το γαλήνιο ήχο της θάλασσας, δίνοντας και μία αίσθηση πληρότητας.

Το “I Feel The Everblack Festering Within Me” ήταν από τα πιο αναμενόμενα album αυτής της χρονιάς για πολύ κόσμο.

Οι φίλοι της μπάντας, και ειδικά του “Pain Remains”, σίγουρα δεν θα απογοητευτούν από το βαρύ του ήχο. Το ταλέντο που είναι μαζεμένο σε αυτήν την μπάντα σίγουρα δεν πάει χαμένο εδώ. Ατμοσφαιρικά, συμφωνικά, melodeath, deathcore και λίγα black metal στοιχεία συνδυάζονται με άρτιο τρόπο.

Η μόνη απογοήτευση που μπορεί να προκύψει είναι από την επανάληψη της συνταγής του “Pain Remains”. Δεν είναι αισθητή σε όλα τα κομμάτια εδώ, αλλά παραμένει σε μεγάλο βαθμό παρούσα. Επίσης πολλά από τα κομμάτια μπορεί να θεωρηθούν ομόηχα μεταξύ τους. Κάποιοι αυτό θα το κρίνουν σκληρά, εγώ όμως όχι. Διότι το album παραμένει καταπληκτικό και, παρά τις ομοιότητες, κάθε κομμάτι έχει το δικό του μοναδικό χαρακτήρα.

Βαθμολογία: 9/10

Κείμενο: Αλέξανδρος Ζωγραφάκης

Related Articles

Τελευταία Νέα

X