Όπως μας είχαν υποσχεθεί, αυτό εδώ το άλμπουμ κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό με σκοπό να ολοκληρώσει το concept της ιστορίας που ξεκίνησε το περασμένο φθινόπωρο. Θυμίζουμε, πως πρόκειται για την πορεία ενός ανθρώπου σε ένα κρίσιμο ψυχολογικό σταυροδρόμι της ζωής του. Ένα project όπου εκτός από το μουσικό του κομμάτι, υπάρχει και μια σειρά από κόμικς που είναι βασισμένα πάνω σε αυτή την ιδέα του τραγουδιστή, Corey Taylor.
Αναπόφευκτα λοιπόν, προκύπτει σύγκριση του δεύτερου άλμπουμ με το πρώτο, ως προς το μουσικό του σκέλος. Με μια γρήγορη περίληψη αυτό που μπορούμε να πούμε είναι πως αυτό το δεύτερο μέρος, είναι πιο «βαρύ», πιο «σκοτεινό» και σαφώς, «λιγότερο εντυπωσιακό» από το πρώτο. Αν αυτή η περιγραφή σας έβαλε δικαιολογημένα σε σκέψεις, θα πρέπει να συμπληρώσω αμέσως ότι αυτό δεν σημαίνει πως υστερεί σε ποιότητα. Ίσα-ίσα, ο δίσκος είναι πολύ καλός. Εξάλλου, ο ρόλος του είναι ουσιαστικά «εξειδικευμένος» καθώς αποσκοπεί να μας φέρει στο φινάλε της ιστορίας που αφηγείται. Είναι κάτι σαν ένα soundtrack. Επίσης σύμφωνα με όσα είχε αναφέρει κατά καιρούς ο ίδιος ο Taylor, λόγω αυτής της ιδιαιτερότητας που έχει ο δίσκος αυτός, υπάρχουν αρκετές ηχητικές και στιχουργικές παραλλαγές από μέρη που ακούσαμε στο πρώτο μέρος της ιστορίας αυτής. Για να δούμε όμως τι συναντούμε στη ροή του δεύτερου αυτού μέρους.
Ξεκίνημα με το heavy και slow-tempo, ‘Red City’. Το τραγούδι ξεκινά με φωνή και πιάνο, δίνοντας με αυτό τον εμφατικό τρόπο, τον τόνο και την διάθεση που θα συναντήσουμε στο δίσκο και τον ρόλο του που σας περιγράψαμε νωρίτερα. Αυτόν της συνέχειας της αφήγησης της ιστορίας, με το κατάλληλο συναισθηματικό τόνο. Μετά από λίγο ακολουθούν και τα υπόλοιπα γνωστά μουσικά όργανα για να δέσουν με τα δύο πρώτα και στο αποκορύφωμα του τραγουδιού ακούμε τον Taylor να ουρλιάζει “Ι can’t stay here forever…I fall!”. Ακολουθούν, το «οργισμένο» ‘Black John’, το mid tempo ‘Sadist’ και τα δυναμικά ‘Peckinpah’ και ‘Stalemate’. Όλα σε μια διαδοχική σειρά, τέτοια που έχουν σκοπό να οδηγήσουν την πλοκή σε μια άρτια δυναμική αποκορύφωση. Έχουμε φτάσει πλέον στη μέση του άλμπουμ και ο ρυθμός πέφτει για λίγο στο ‘Gravesend’. Ένα heavy mid-tempo τραγούδι με το μελωδικό του ρεφρέν, να παραπέμπει σε εκείνα που είχαμε συνηθίσει να ακούμε στη ροκ σκηνή της δεκαετίας του ’90. Στη συνέχεια συναντάμε τα ‘’82’ και ‘Uncanny Valley’όπου συνεχίζουν στο ίδιο ‘90s μοτίβο που συναντήσαμε με το ‘Stalemate’. Το άλμπουμ φτάνει στο τρίτο και τελευταίο μέρος, με τον Allen (o πρωταγωνιστής της ιστορίας) να αρχίζει να βγάζει τα συμπεράσματα του σε αυτή την προσωπική του αναζήτηση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, τα τελευταία τραγούδια του άλμπουμ να αποτυπώνουν με αποφασιστικό τρόπο, την επιθυμητή κατάληξη της πλοκής. Τα τρία επόμενα τραγούδια της σειράς (‘Blue Smoke’, ‘Do Me A Favor’ και ‘The Conflagration’) αποτελούν την ειδική ομάδα του δίσκου, όπου στιχουργικά αφηγούνται το πώς θα είναι το τέλος της ιστορίας. Το «ατμοσφαιρικό» ‘Blue Smoke’, μπορούμε να πούμε πως έχει ένα ρόλο εισαγωγικό για το επόμενο τραγούδι που ακολουθεί. Το ‘Do Me A Favor’, ακούγεται ίσως, σαν το πιο εμπορικό κομμάτι του δίσκου, γεγονός που δικαιολογεί αμέσως την άμεση κυκλοφορία του και σαν single λίγες εβδομάδες πριν το ολοκληρωμένο άλμπουμ. Ένα «ραδιοφωνικό» κομμάτι, όπου στο τέλος μας επιφυλάσσει, αυτό που σας είπαμε στην αρχή με τις ηχητικές και στιχουργικές παραλλαγές από το πρώτο μέρος. Πρόκειται για το ρεφρέν του ‘A Rumor Of Skin’ (Το τρίτο τραγούδι του ‘House Of Gold & Bones Part 1). Το ‘The Conflagration’ είναι ένα slow tempo μελωδικό κομμάτι. Ίσως το πιο «επικό» αυτής της διπλής δουλειάς, καθώς αφηγείται την αρχή του τέλους της ιστορίας. Σε αυτό και προς το τέλος του, ακούμε τον Taylor να τραγουδάει “I’m on my own”, όπως ακριβώς έκανε και στα ‘The Travelers Part 1 & 2’ του πρώτου μέρους. Το δεύτερο μέρος του ‘House Of Gold & Bones’ τελειώνει με το ίδιο δυναμικό τρόπο που ξεκίνησε το πρώτο μέρος. Το ομώνυμο τραγούδι βάζει έναν δυναμικό και αποφασιστικό επίλογο, όπως είναι δηλαδή και η αποφασιστικότητα που φαίνεται πως έχει και ο πρωταγωνιστής της ιστορίας. Σωστά το καταλάβατε. Και στο ύφος του, αλλά ακόμα και στον τρόπο όπου γίνεται το fade out, είναι επακριβώς το ίδιο με τον τρόπο που ξεκινούν στα ‘Gone Sovereign’ και ‘Absolute Zero’ του πρώτου μέρους.
Εν κατακλείδι, το δεύτερο άλμπουμ εξυπηρετεί μια χαρά το σκοπό του, που είναι να ντύσει μουσικά (ως ένα soundtrack δηλαδή), την συνέχεια της ιστορίας που ξεκίνησε το περασμένο φθινόπωρο. Αν κάποιος ακροατής ακούσει το άλμπουμ, χωρίς να έχει ακούσει το πρώτο του μέρος, ίσως να του φανεί κάπως παράξενο. Ακόμα και σε κάποιον που μπορεί να είχε υψηλές προσδοκίες, θέλοντας να ακούσει ένα εντυπωσιακό άλμπουμ όπως ήταν ο προκάτοχος του, μπορεί στην αρχή να τον ξενίσει. Η αλήθεια είναι πως χρειάστηκε να του αφιερώσω λίγο παραπάνω χρόνο, συγκριτικά με άλλες δουλειές, προκειμένου να καταλήξω σε ένα τελικό συμπέρασμα. Μπορώ πια να πω με σιγουριά, πως δεν θα μπορούσα να φανταστώ ένα καλύτερο αποτέλεσμα από αυτό που οι Stone Sour μας απέδωσαν. Ευφυέστατη κατάληξη! Σίγουρα και τα δύο αυτά μέρη, θα βρίσκονται μέσα στα καλύτερα άλμπουμ που άκουσα μέσα στη φετινή σεζόν.
Κείμενο: Πέτρος Μελίδης


