Sleepwalker #38: Κεφάλαιο Long Fin Killie

Sleepwalker

Με απέραντη θλίψη τo Sleepwalker αποχαιρετά τον μεγάλο μουσικό παραγωγό Steve Albini. Ήταν ένας πρωτοπόρος του ήχου. Με τη μοναδική του αισθητική συνέβαλλε στη δημιουργία άλμπουμ από σωρεία συγκροτημάτων που χαρακτήρισαν ολόκληρες γενιές. Ένα χαρακτηριστικό του ήταν ότι αντί να βλέπει το project της κάθε μπάντας σαν ένα τεχνοκρατικό στόχο, αυτός λειτουργούσε αλλιώς. Η δικιά του φιλοσοφία έβαζε από πάνω το μουσικό ύφος, την ηχητική πρόταση, το ιδιαίτερο χαρακτήρα και το γρέζι που η κάθε μπάντα κουβαλούσε.

Έβαζε τον άνθρωπο και τη μπάντα πάνω από την τεχνοκρατική αντίληψη. Συνέβαλλε σε ροκ ηλεκτρικά ραπίσματα κάθε είδους και σαν κιθαρίστας και σαν μουσικός παραγωγός. Το SawBiz μες στη ξενέρα από το νέο του θανάτου του, τον αποχαιρέτησε με ένα αφιέρωμα που μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Από την post-rock οπτική αρκεί να παραθέσω δύο γεγονότα. Οι τιτάνες Slint που o Βασίλης είχε τότε παρουσιάσει στο Sleepwalker #16, τον αποχαιρέτησαν λέγοντας ότι δεν θα ήταν αυτοί που είναι χωρίς τη δικιά του συνεισφορά.

Αντίστοιχα οι θρυλικοί γιαπωνέζοι MONO τον αποχαιρέτησαν με ένα συγκινητικό αντίο και μια κοινή τους φωτογραφία στο στούντιο τραβηγμένη 3 βδομάδες πριν το μοιραίο συμβεί.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ήταν κάτι παραπάνω από συνεργάτες. Ο Steve Albini συνεργαζόταν μαζί τους για παραπάνω από 22 χρόνια και συμμετείχε στην παραγωγή εξαιρετικά υπέροχων άλμπουμ. Προσθέστε επίσης άλλες μπάντες όπως οι Pixies, oι Νirvana και οι Fugazzi, για να αντιληφθείτε τη συνεισφορά αυτού του ανθρώπου στη μουσική και το πολιτισμό. Αντίο μεγάλε και ας έφυγες, έμεινε πίσω το έργο σου να κρατά τη μνήμη σου ζωντανή. Rest in Peace!

Σήμερα θα ασχοληθούμε με μία μπάντα από τη Σκωτία. Εκεί όμως που κατά το προσφιλές θα περίμενε κάποιος να ακούσει MOGWAI, σήμερα λοιπόν το Sleepwalker θα σας ξαφνιάσει. Διότι Σκωτία δεν είναι μόνο οι Mogwai αλλά και οι ξεχασμένοι μα τεράστιοι Long Fin Killie.

Οι Long Fin Killie πρόκειται για άλλη μια περίπτωση μπάντας που δεν έλαβε την αναγνώριση που τις άξιζε, όμως πρόσφερε πολλά.

Το όνομα τους προήλθε από μια οικογένεια ψαριών του γλυκού νερού γνωστών ως ‘killifishes’. Είναι γνωστά για την ενδιαφέρουσα επιβίωση τους σε συνθήκες ξηρασίας και τις αναπαραγωγικές τους συνήθειες. Η φιλοσοφία τους αποτυπώθηκε πολύ όμορφα σε ένα από τα ελάχιστα video στο YouTube που υπάρχουν με τη μπάντα.

Σε μια συνέντευξη λοιπόν μέσα σε μια laverie to 1995 δηλώνουν με έμφασηBored and boring, so we’ve got to keep exploring new avenues”.

Αυτή η τάση να δημιουργήσουν κάτι νέο, να πειραματιστούν πάνω στις μουσικές φόρμες, να σπάσουν στεγανά συμπυκνώνει το επαναστατικό πρώιμο ρεύμα του postrock, που μας χάρισε φοβερές μουσικές και συγκινήσεις.

Ένα postrock που αμφισβητούσε παραδοσιακές φόρμες και επιταγές που έπαιρνε όργανα της rock και τα χρησιμοποιούσε με μέτα-ροκ τρόπο και αισθητική.

Αν κανείς ακούσει το καταπληκτικό πρώτο ολοκληρωμένο δίσκο τους «Houdini», θα ακούσει κάτι που δεν έχει ξανακούσει ποτέ. Οι Long Fin Killie δημιουργήθηκαν στη Σκωτία το 1989. Δραστηριοποιήθηκαν στα 90s μέσα από την ανεξάρτητη, Too Pure. Μια δισκογραφική που μάλλον τάραζε με κάθε κυκλοφορία της τα τότε στεγανά. Σε μόλις τέσσερα χρόνια (1993-1998) κυκλοφόρησαν πέντε EPs και τρεις ολοκληρωμένους δίσκους.

Η δισκογραφία των Long Fin Killie είναι ένα πραγματικό διαμάντι και κάθε δίσκος εμπεριέχει μια χαρακτηριστική μοναδικότητα στο ύφος.

Το “Houdini” ήταν μια πειραματική μίξη folk και ροκ ύφους που έφτιαξε ένα ηχητικό αποτέλεσμα που ήταν πολλά παραπάνω. Το “Valentino” είχε την αιθέρια φωνή του Sutherland να πλανιέται από θορυβώδης βαριές στιγμές. Τέλος το Amelia χαρακτηρίζεται από εισαγωγή ηλεκτρονικών στοιχείων και απομακρύνεται ακόμα περισσότερο από τους παραδοσιακές φόρμες του rock.

(Long Fin Killie και κεφάλαιο Luke Sutherland)

Οι Long Fin Killie αποτελούνταν από τους Colin Greig, David Turner (που αντικαταστάθηκε από τον Kenny McEwan το 1997), Philip Cameron και η ηγετική τους δημιουργική φυσιογνωμία ήταν ο πολυοργανίστας μουσικός, τραγουδιστής και συνθέτης Luke Sutherland. Να αναφέρω ενδεικτικά ότι πριν τη δημιουργία των Long Fin Killie έπαιζε στη μπάντα Fenn η οποία έπαιζε live ανοίγοντας τη βραδιά για μπάντες όπως οι Ride και οι Catherine Wheel.

Μετά τη διάλυση των Long Fin Killie o Luke Sutherland δημιούργησε τους Bows που αγκάλιασαν τα triphop στοιχεία στις συνθέσεις τους ενώ από το 2000 συνεργάστηκε με τους Mogwai.

Συγκεκριμένα συμμετείχε κατά την ηχογράφηση του «Rock Action», του «Happy Songs for Happy People», του «Mr Beast» παίζοντας μαεστρικά βιολί και ενίοτε τραγουδώντας περιστασιακά.

Τέλος, συνέβαλε και στην παραγωγή του πιο πρόσφατου «Hardcore Will Never Die, But You Will».

Έκτοτε δημιούργησε και άλλες συνεργασίες και μπάντες με πιο πρόσφατη τους Rev Magnetic. To δημιουργικό ταλέντο όμως αυτού του ανθρώπου δε σταμάτησε εκεί. Αναρρώνοντας από ένα πολύ άσχημο αυτοκινητιστικό δυστύχημα στα πλαίσια περιοδείας των Long Fin Killie, o Luke Sutherland άρχισε να συγγράφει νουβέλες.

Έκτοτε έγινε πολύ γνωστός στο συγγραφικό κοινό με τη πρώτη νουβέλα του Jelly Roll που κυκλοφόρησε το 1998.

Η πλοκή της περιέγραφε τη βιοποριστική πάλη μιας jazz μπάντας στη Γλασκόβη και προτάθηκε για το βραβείο Whitbread του 1998 για πρωτοεμφανιζόμενη νουβέλα.

Έκτοτε αυτός ο τόσο δημιουργικός άνθρωπος έχει συγγράψει άλλα δύο βιβλία. Όλα τα παραπάνω αποδεικνύουν ότι αυτός ο πολυτάλαντος άνθρωπος που στο Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης διάβαζε αγγλικά και φιλοσοφία ήθελε να εξιστορήσει πολλά.

Κάθε του καλλιτεχνική κίνηση ήταν για αυτόν κάτι καινούριο και ήθελε να προσφέρει κάτι νέο. Υπό αυτό λοιπόν το πρίσμα το postrock των Long Fin Killie είναι θησαυρός ακριβώς γιατί ο ιθύνων νους από πίσω είχε τόσο ταλέντο.

Οι μπάντες όμως είναι προϊόντα συλλογικής προσπάθειας και πνευματικής εργασίας και εξίσου ταλαντούχοι μουσικοί ήταν και τα υπόλοιπα μέλη των Long Fin Killie.

Ενδεικτική του λόγου ήταν η σκηνική τους παρουσία. Ο τρόπος που έπαιζαν επί σκηνής ήταν αρχέγονος. Ο Sutherland τραγουδούσε με τη χαρακτηριστική αιθέρια φωνή του και τα φαλτσέτα του. Παράλληλα δημιουργούσε ηχητικά θορυβώδη μονοπάτια με το βιολί, τη βιόλα ή τη κιθάρα του.

Ο Greig έπαιζε μπάσο που το συνόδευε συχνά με χρήση έξτρα τύμπανου.

O Philip Cameron ήταν μονίμως καρφωμένος να παίζει κιθάρα σκυφτός πάνω από τα πετάλια του εναλλάσσοντας ήχους shoe-gaze τεχνοτροπίας, αιθέρια arpeggio με noise στοιχεία και θορύβους κάθε λογής.

Τέλος ο David Turner συνυπήρχε συχνά στα τύμπανα και με άλλον ένα ντράμερ δίνοντας έξτρα έμφαση στη ρυθμική αισθητική των Long Fin Killie.

O Sutherland βαθιά πολιτικοποιημένος και φιλοσοφημένος έντυνε τη μουσική με κοφτερούς στίχους σχετικούς με κάθε κοινωνικό σκοπό που μπορούσες να καταπιαστείς εκείνη την εποχή.

Οι Long Fin Killie έδιναν πολλές παθιασμένες παραστάσεις και πρόσφεραν κάτι εκστατικό, ένα postrock που δε συναντιέται εύκολα σήμερα.

Ένα postrock που τολμούσε να αμφισβητήσει και όχι ένα postrock που κόπιαρε. Μια μουσική για το προχώρημα και όχι το πισωγύρισμα. Δυστυχώς δεν έλαβαν ποτέ την αξία που θα τους αναλογούσε, αλλά το Sleepwalker σήμερα τους τιμά γιατί το άξιζαν πέρα για πέρα.

Long fin Killie - Houdini

«Houdini» (Τοο Pure, 1995) – ένα ποιητικό postrock έπος, τολμηρό, φιλοσοφικό, πρωτοπόρο

Η τολμηρότητα είναι κάτι που περιγράφει και τη θεματολογία του “Houdini”. Πρόκειται για ένα δημιούργημα όπου εξερευνά και περιγράφει τις σεξουαλικές gay/bi εμπειρίες και σκέψεις ενός ατόμου. Παράλληλα οι στίχοι διερευνούν τα φυλετικά και σεξουαλικά προβλήματα που προέκυπταν από την αντίθεση στα τότε κοινωνικά επιβαλλόμενα ήθη και πρότυπα.

Ευγενές ράπισμα, συλλογικός προβληματισμός και κατ΄εμέ έμμεση πρόκληση ενάντια στο ρατσισμό εντός των κοινωνιών τόσο ως προς τη φυλή όσο και την επιλογή στη σεξουαλική προτίμηση.

Και όλο αυτά με την εμβληματική λυρική παρουσία του Sutherland που απογειώνει τα κομμάτια με ένα αινιγματικό και ποιητικό τρόπο που ναι πραγματικά ακραίος!

Το άλμπουμ ποικίλει από ανάλυση χαρακτήρων και τάσεων. Κάνει αναφορές και στον εθισμό στο πορνό, την αλλεργία από τα lipstick, τα επιβαλλόμενα πρότυπα της αισθητικής. Παράλληλα ενορχηστρώνεται σε πολλαπλά επίπεδα από τις ηλεκτρικές κιθάρες, τα λοιπά έγχορδα όργανα, τα πνευστά. Συνολικά έχει μια διηγηματική μεγαλοπρεπή αισθητική που αποτυπώνεται και κυριαρχεί στον ήχο.

Ο δίσκος αυτός είναι πραγματικά απέραντος.

Παράλληλα χαρακτηρίζεται από μη συμβατικούς ρυθμούς. Καμιά φορά παιγμένους με εμμονή στην επανάληψη ή ακόμα και δυσπρόσιτους για τον ακροατή. Παρόλα αυτά το ρυθμικό μέρος δένει υπέροχα με τις ενορχηστρώσεις.Επίσης σμιλεύει ένα μοναδικό χαρακτηριστικό ήχο για τη μπάντα.

Έναν ήχο και συνθέσεις που απλώνονται στο χώρο απηχώντας ένα σύμπαν που συνεχώς διαστέλλεται.

Απέναντι στη ποίηση της φύσης ο άνθρωπος είναι μικρός. Άρα οφείλει να διδάσκεται από τα λάθη του και όχι να τα επαναλαμβάνει.

Ο ήχος αυτός είναι γεμάτος εναλλαγές στη δυναμικότητα. Συνολικά το “Houdini” αντλεί μελωδίες και συνθέσεις από μια ποικιλία μουσικών post-punk, folk και jazz επιρροών.

O ήχος των Long Fin Killie είναι επηρεασμένος από μπάντες όπως οι Γερμανοί CAN, οι A.R. Kane, Cocteau Twins, and Slowdive.

Παράλληλα συνεισφορά στη μουσική τους έχει η συνύπαρξη υπό την ίδια δισκογραφική στέγη με μπάντες όπως Moonshake, Pramand Laika.

Τέλος συνεργάστηκαν για ένα από τα κομμάτια του δίσκου με τον Mark E. Smith των The Fall. Πρόκειται για ένα αρκετά μεγάλης διάρκειας άλμπουμ. Μια δουλειά που ίσως να ξενίσει κάποιους αν είναι συνηθισμένοι σε mainstream πεντάλεπτες διάρκειες τραγουδιών. Όπως έχουμε ξαναγράψει, τo postrock ήθελε να πάει κόντρα στις διαφημιστικές νόρμες του MTV και των ραδιοφώνων. Ίσως και για αυτό το “Houdini” να μην έλαβε ποτέ τη προώθηση που θα του άξιζε ραδιοφωνικά.

Παρά τις κριτικές που μιλούσαν για ένα φρέσκο, πρωτοπόρο, διαφορετικό δίσκο μόνο ένα κομμάτι του ακούστηκε στα ραδιοκύματα.

Αν θα ξεχώριζα μερικά κομμάτια από το δίσκο αυτά θα ήταν τέσσερα. Το πρώτο θα ήτανε το «the lamberton lamplighter». Αυτό το τραγούδι, ξεσπά με μια κιθάρα που συνεργάζεται υπέροχα με τις folk μελωδίες στη βιόλα.

Το δεύτερο θα ήτανε το εναρκτήριο «(a) man ray». Μου θύμισε κάτι από Tortoise και Pram αλλά το γράφω ναι είχε και μια τέλεια φωνή-ποίημα παραπάνω. Στα συν και η καταπληκτική χρήση των απόμακρων πνευστών σε ένα άκρως αυτοσχεδιαστικό κομμάτι.

Η τρίτη μου επιλογή θα ήταν αυτό της ραδιοφωνικής τους παρουσίας στο οποίο συνεργάστηκαν με τον Μark E. Smith.

Στο «the heads of the dead surfers» οι Long Fin Killie παρουσιάζουν ένα έντονο ζωντανό μουσικό αυτοσχεδιασμό. Ο ζωηρός και γεμάτος ενέργεια ρυθμός του, είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο κουμπώνουν όλα. Στην περισσότερη διάρκεια κυριαρχούν βιολιά, κιθαριστικά riff. Επίσης τα φωνητικά από τον Smith που προσδίνουν ένταση κόντρα στην αρμονία της ποίησης του Sutherland.

Όλα όμως οδηγούν στην χαοτική κορύφωση όπου βιολί, σαξόφωνο, κιθάρα συνδιαλέγονται με τα φωνητικά χωρίς αύριο μπλέκοντας το ένα με το ύφος του άλλου.

Το τέταρτο είναι το καταπληκτικό “how I blew I with houdini“. Εκεί ο επαναλαμβανόμενος ρυθμός των τυμπάνων μπλέκεται με τις κουδούνες, τα minimal, ακουστικά κιθαριστικά μέρη, το βιολί που ομορφαίνει το όλο jam και η μπασάρα που με dub λογική μας αποχαιρετά. Όπως σας αποχαιρετά και το σημερινό Sleepwalker. Καλή ακρόαση! Τα ξαναλέμε σύντομα…

Επιμέλεια: Σπύρος Θηβαίος

Κατηγορία
TAGS
Κοινοποίηση
X