
Το progressive, ίσως η ποιοτικότερη μορφή της metal και rock μετράει μια συνεισφορά στην μουσική ιστορία από την δεκαετία του ’70, με τους Rush, τους Yes, τους King Crimson και όλο τον συφερτό γνωστών κι αγνώστων συγκροτημάτων από τότε, που έχει αποδειχθεί σχεδόν ισάξια με αυτή της jazz. Το ’80 εμφανίστηκε το progressive metal ενώ το ’90 μπήκε στο παιχνίδι και το death metal δίνοντας έναν πολύ άγριο τόνο σε μια ίσως ελιτίστικη σκηνή και διεύρυνε τα όριά της. Η πενταετία 2000 – 2005 είχε πλέον δώσει εξαιρετικά έργα από τη μία, αλλά ο όγκος των πληροφοριών από την άλλη ήταν τόσο μεγάλος που έτεινε να βυθίσει όλο το είδος σε επαναλαμβανόμενες φόρμες δανεισμένων από μεγάλες μπάντες και αναπαραγόμενων με αμφιλεγόμενο τρόπο. Τελικά ο χώρος σώθηκε μάλλον από τα πειραματικά σχήματα που δοκίμασαν τολμηρούς συνδυασμούς διαφόρων υποειδών, ξεφεύγοντας όμως από την αυστηρή έννοια του progressivemetal. Πιστεύω πως είναι ώρα και γι’ αυτό να σωθεί ή, για να μην το δραματοποιώ, να αναζωογονηθεί. Από πού όμως θα έρθει αυτή η ζωογόνος δύναμη;
Ο Καναδάς έχει μεγάλη παράδοση σε μπάντες αντισυμβατικής νοοτροπίας. Φυσικά οι Rush, ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στον χώρο, αν όχι το μεγαλύτερο, πνευματικοί πατέρες των DreamTheater και συναυλιακό απωθημένο όλων των Ελλήνων progressiveάδων, ενώ ο πρόσφατος και αμφιβόλου ψυχικής κατάστασης Devin Townsend και οι ακόμη πιο underground Voivod συμπληρώνουν ένα τρίγωνο που αποσαφηνίζει μια τάση προς δημιουργικά τερτίπια. Κάπου εκεί οδεύουν και οι συμπατριώτες τους, Protest the Hero.
Με δυο δίσκους στο ενεργητικό τους – ο πρώτος το 2006, ο δεύτερος το 2008 – έδειχναν από τότε μια προοδευτικότητα γύρω από μια σκληρή αλλά άκρως ενδιαφέρουσα άποψη. Πλέον, Μάρτιο του 2011 κυκλοφορούν την τρίτη τους δουλειά, “Scurrilous”, η οποία φαίνεται να αποτελεί την αίσθηση φρεσκάδας, που λέει και η διαφήμιση, στον χώρο του progressive.
Ενώ τα “Kezia” και “Fortress” περιείχαν στοιχεία από death metal ή metal core, στο “Scurrilous” η συνταγή είναι αμιγώς progressive, έχοντας εξαλείψει τα όποια brutalφωνητικά, δίνοντας όλο το πεδίο για δράση στην υψηλών συχνοτήτων φωνή του Rody Walker, που όμοιά της έχει να φανεί χρόνια. Δεν είναι μόνο η άρτια τεχνική του, αλλά ουσιαστικά ο συνδυασμός της με ευφυείς μελωδίες που ξεπηδούν από τις χορδές του, σε σημείο που πιστεύω θα κάνει τους πάντες σε κάποια χρόνια να παραδεχτούν πως πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες rockφωνές. Απλά παρατηρήστε τις αυξομειώσεις στο “C’estlaVie”, το ρεφρέν του “Termites” ή την γέφυρα στο “Moonlight” και γενικότερα το εύρος του και θα καταλάβετε γιατί γίνομαι υπερβολικός.
Στο ορχηστρικό κομμάτι, οι κιθάρες των Luke Hoskin και Tim Millar αποτελούν ένα πραγματικό κύμα ήχου, το οποίο έχει εμπλουτιστεί με επιρροές που πολλοί θεωρούν math core, κάτι με το οποίο προσωπικά διαφωνώ αλλά και οι ίδιοι διαψεύδουν, πολύ progressiveπροσέγγιση, η οποία όμως διαθέτει ένα δικό τους στίγμα καθώς οι δομές στα τραγούδια δεν είναι συγκεκριμένες και τυποποιημένες. Πολλά είναι τα σημεία που ο Hoskin γεμίζει με μικρά σόλο, σε παραλληλισμό με τα τύμπανα ενώ τα θέματα μπορεί να απογειώσουν την διάθεση και να φέρουν ένα ρίγος σε ακούσματα όπως το εκπληκτικό spaceσόλο που συνοδεύεται από πλήκτρα, στο τέλος του “Tapestry”, ή όπως στο ρεφρέν του “Tongue Splitter”. Τεράστιος όγκος μελωδιών βρίσκεται σε κάθε τραγούδι που όμως δύσκολα κουράζει αφού η προσέγγισή τους τείνει αρκετά σε κλασικής παιδείας και κυλάει αρκετά ομαλά για το είδος του. Δεν είναι τυχαίο το ότι συμπεριλαμβάνουν ένα θέμα του Rachmaninov στο τελευταίο του δίσκου, “SexTapes”, το οποίο παρεμπίπτοντος σε ένα σημείο μου θύμισε λίγο από The Mars Volta. Επί πλέον διαθέτουν μια σκληρή αντιμετώπιση που θυμίζει μεν math core, λόγω κάποιων κοφτών κιθάρων, αλλά ουσιαστικά πρόκειται περισσότερο για jazz επιρροές, καθώς δεν είναι τόσο στρυφνές όσο γίνονται ίσως στους The Dillinger Escape Plan.
Το ρυθμικό μέρος κρατάει τις επιδόσεις του επίσης ψηλά, με το μπάσο του Arif Mirabdolbaghi (Ινδός είναι;) να μένει αρκετά κοντά στα υπόλοιπα, από άποψη έντασης, αλλά αυτό που το καθιστά ποιοτικό είναι το πολύπλοκο και σοφιστικέ ύφος που κυμαίνεται από το κλασικό συνοδευτικό αλλά συνάμα βιρτουόζικο progressive παίξιμο, έως υπερκινητικές πρωτοβουλίες, όπως στην καταπληκτική εισαγωγή του “Termites”. Μαζί με τον Arif, ο MoeCarlsonστα τύμπανα συμπληρώνει το δίδυμο του ρυθμού με έναν τρόπο που μου έφερε στο μυαλό κάτι μεταξύ Dream Theater και SymphonyX, καθώς χρησιμοποιεί έντονα διπλό πετάλι, όπως έκαναν παλιότερα τα powerσυγκροτήματα, ενώ συνθέτει πολύπλοκα θέματα κρατώντας βέβαια τον τίτλο του περισσότερο παραδοσιακού metalστοιχείου του “Scurrilous”. Όνομα το οποίο “έκλεψαν” από τον ομώνυμο πίνακα που αποτελεί και εξώφυλλο του άλμπουμ και ανήκει στον παππού του μπασίστα, Jafar Petgar (ναι, σίγουρα είναι Ινδός).
Ο τρίτος δίσκος των Καναδών επιδεικνύει τον ρυθμό ωρίμασής τους ως μουσικοί που διεκδικούν, δικαίως κατά την άποψή μου, έναν τίτλο παρόμοιο με αυτόν που είχαν δώσει τα μέσα στους Mastodon πριν λίγα χρόνια και επέβαλαν ουσιαστικά στους Metallica να τους προσλάβουν ως support σε παγκόσμια περιοδεία. Μάλλον το ίδιο πρέπει να κάνουν οι Dream Theater με τους Protest The Hero.
Κείμενο : Βασίλης Μπακογιάννης


