
Υπάρχει μια μερίδα οπαδών που ακολουθεί τις εξελίξεις ενός μουσικού σχήματος από αρχής του και νιώθει σχεδόν αδερφικά προς αυτό. Δεν μιλάω για φανατισμό – αυτό είναι κάτι εντελώς διαφορετικό – αλλά για μια αφέλεια με την οποία πιστεύουν πως έχουν την αποκλειστικότητα στα γενόμενα του συγκροτήματος. Κάπως έτσι νιώθω κι εγώ για τρία – τέσσερα κι ένα από αυτά είναι οι Mastodon. Έχω πιάσει πολλές φορές τον εαυτό μου να σκέφτεται σαν ανώριμος έφηβος όταν κάποια συζήτηση πάει στην εν λόγω μπάντα γιατί «εγώ τους ξέρω από τότε που βγήκανε». Φαντάζεστε λοιπόν την χαρά που πήρα όταν επιτέλους απέκτησα το “The Hunter”, η οποία με μεταμόρφωνε όλο και μικρότερο ηλικιακά, κάνοντάς με να μοιάζω με παιδί που ανοίγει το χριστουγεννιάτικο δώρο του.
Οι Αμερικανοί από την Ατλάντα έχουν ήδη κάνει πολλούς τέτοιους οπαδούς στα έντεκα χρόνια που υπάρχουν, αλλά το θέμα είναι ότι συνεχίζουν να αυξάνουν εντυπωσιακά τον αριθμό τους ανά δίσκο, με τον κάθε ένα να αποτελείται από διαφορετική νοοτροπία. Ένα δικό τους και πολύ άγριο math core στο “Remission”, περισσότερο groove στο “Leviathan”, μελωδία στο “Blood Mountain” και ένα προσωπικό progressive στο “Crack The Skye” προσέλκυσαν κόσμο διαφορετικών γούστων. Τι μπορεί να περιμένει κανείς από την πέμπτη δουλειά τους άραγε;
Το εναρκτήριο “Black Tongue” εξαπολύει ένα τρομερό και σκοτεινό riff, χαρακτηριστικό των Mastodon και τα φωνητικά του Sanders ακούγονται καλύτερα και πιο καθαρά από ποτέ, σε μια σύνθεση που ανήκε μεταξύ “Blood Mountain” και “Crack The Skye” ενώ η συνέχεια με το “Curl Of The Burl” κρατάει το ίδιο μοτίβο με τον ήχο να θυμίζει την παραγωγή του “Remission” στον όγκο των κιθάρων, αν και η προσέγγισή του είναι αρκετά groovy με ένα ρεφρέν που κολλάει στο μυαλό και δεν φεύγει αν δεν επαναληφθεί πολλές φορές.
Η ιδέα να τραγουδούν τα τρία από τα τέσσερα μέλη προσφέρει μεγάλη ποικιλία και μια αλλόκοτη ομορφιά καθώς εναλλάσσονται σα να πρόκειται για διαφορετικά συγκροτήματα. Έτσι γίνεται στην μετάβαση από το “Black Tongue” στο “Curl Of The Burl” με τον Hinds να παίρνει την σκυτάλη στο δεύτερο και να θυμίζει Αμερικανό βλάχο ξυλοκόπο όπως ακριβώς δείχνει και το video clip που πλέον έχουν για το συγκεκριμένο.
Συνέχεια με το “Blasteroid”, την πιο τρελή και γρήγορη σύνθεση του δίσκου για την οποία λέει ο Dailor «είναι για να κάνουν οι οπαδοί σαν σπαστικοί» καθώς στο ρεφρέν ο Hinds τσιρίζει σαν άλλοτε ενώ τα riff με πήγαν χρόνια πίσω. Το “Stargasm” που ακολουθεί ρίχνει τους τόνους και συνδυάζει μια σχετική ψυχεδέλεια στα μεγέθη του “The Czar” με την γνωστή δυναμική που μπορούν να δώσουν σε οτιδήποτε παίζουν. Το “Octopus Has No Friend” προσθέτει μια ανεπαίσθητη funk νότα, κάτι που είχε ήδη επιχειρήσει ο Dailor στο “Crack The Skye” αλλά τώρα γίνεται πιο έντονη μαζί με το μπάσο του Sanders.
Με το “All The Heavy Lifting” πιστεύω πως τα φωνητικά του τελευταίου φτάνουν το peak τους με ένα από τα καλύτερα ρεφρέν των τελευταίων χρόνων και μελωδίες που υποδηλώνουν Mastodon από μακριά αλλά με ήχο που αποσαφηνίζει την εξέλιξή τους. Το ομώνυμο ίσως να είναι το πιο σημαντικό σε όλο το “The Hunter”, αφού ο Hinds τραγουδά για τον αδικοχαμένο αδερφό του (“we laugh and cry through a brother’s eyes for now”) με μια ερμηνεία ουσιώδη και συγκινητική ενώ η ηρεμία που αποπνέει σπάει μόνο από τα solo του σαν φόρος τιμής.
Η σειρά του Dailor έρχεται με το “Dry Bone Valley” και κατά έκπληξή μου έχει βελτιωθεί τόσο πολύ σε σχέση με το “Oblivion”, συμβαδίζοντας σε δυναμική με τα riff της κιθάρας με αποτέλεσμα ένα κομμάτι που πρέπει να ακούγεται σε μεγάλες εντάσεις. Η πολυκατοικία σας ίσως να έχει προβλήματα, αν και δεν θα πρέπει να παραξενευτείτε αν δείτε την επόμενη μέρα τους ενοίκους με metal μπλουζάκια.
Ιδιαίτερη προσοχή θα χρειαστεί να δώσετε στο “Thickening” και το βάθος της εισαγωγής του, που παραπέμπουν σε διαφορετικής ψυχοσύνθεσης μουσική, όμως το ταλέντο της τετράδας να εναλλάσσει διάφορα στυλ είναι που δίνει το σωστό στίγμα της υπόθεσης. Το πιο περίεργο άκουσμα που έχουν συνθέσει ποτέ είναι χωρίς αμφιβολία το απόλυτα συναυλιακό “Creature Lives” με έναν αέρα μεγάλου rock group, έντονες μπασογραμμές, μια sing along φωνητική μελωδία και στίχοι που δείχνουν για άλλη μια φορά πόσο τους αρέσει η θεματολογία των ρετρό ταινιών μυστηριωδών πλασμάτων και τεράτων.
Η αγάπη και η εκτίμηση που τρέφουν προς τους Neurosis τους έχει οδηγήσει σε πολλές συνεργασίες με τον Scott Kelly, για τις οποίες χαριτολογούν πως προσπαθούν να κάνουν όσες περισσότερες γίνεται ώστε κάποια στιγμή να γίνει μόνιμο μέλος τους.
Έτσι γίνεται και αυτή τη φορά με τον χείμαρρο “Spectrelight” που μάλλον είχε ξεμείνει από το “Leviathan”, να ξεχύνεται σπέρνοντας όλεθρο θυμίζοντάς το “Iron Tusk”, ενώ το “Bedazzled Fingernails” απλώς με άφησε με το στόμα ανοιχτό με τα απίστευτα «εξωγήινα» θέματά του. Το “The Sparrow” κλείνει το άλμπουμ όπως αρμόζει, παίζοντας με τις αισθήσεις του ακροατή και καλώντας τον απλά να πατήσει εκείνο το κουμπάκι της επανάληψης.
Η παιδεία των Mastodon δείχνει πως είναι ικανοί να συνθέσουν τα πάντα. Η αξία του Brann Dailor ως drummer είχε φανεί ήδη από το “In The Eyes Of God” των Today Is The Day, όμως πλέον σαν μουσικός θα πρέπει να θεωρείται νέος Neil Peart που γράφει και τραγουδά, κρατώντας το μοναδικό και άκρως χαρακτηριστικό του στυλ. Hinds και Kelliher κάνουν τρομερή δουλειά με τα riff που μόνο αυτοί φαίνεται να σκέφτονται, ενώ ο Sanders δικαίως φέρεται ως ηγέτης της τετράδας.
Το “Hunter” εν τέλει θα φέρει νέους οπαδούς στις τάξεις της μπάντας και δύσκολα θα χάσει παλιούς. Διαθέτει έναν ήχο ξεχωριστό με την υπογραφή τους, που όμως διαφέρει όπως το “Crack The Skye” με το “Blood Mountain” και το “Leviathan”. Είναι κάτι που πολύ λίγα συγκροτήματα μέχρι τώρα έχουν καταφέρει, ενώ προσθέτουν τόσες καινοτομίες. Μπορεί να έχουν επηρεάσει κόσμο και κοσμάκη, όμως συνεχίζουν να είναι ένα βήμα μπροστά. Πέμπτη επιτυχία στη σειρά λοιπόν και απλά αναρωτιέμαι μέχρι πού θα φτάσουν. Ως τότε υπάρχουν πέντε δισκάρες, δύο ΕΡ και το repeat.
Κείμενο : Βασίλης Μπακογιάννης


