Προσπαθώ να σκεφτώ τι είναι αυτό που κάνει ένα συγκρότημα μεγάλο. Να είναι οι πωλήσεις ανά τα χρόνια που μετατρέπουν νότες σε χρυσό; Να είναι ο αριθμός των ανθρώπων που σιγοτραγουδούν τα στιχάκια του; Ή μήπως είναι το ογκώδες ποίμνιό του που ακολουθεί τυφλά τις επιταγές και επιβολές του; Η απάντηση ίσως να βρίσκεται και στα τρία παραπάνω αλλά και σε κάποιες ακόμη υποκειμενικές αξίες. Το μεγαλείο της μουσικής άλλωστε μπορεί να έρθει από εκεί που δεν το περιμένεις, όπως από τους γκρίζους, πάμπλουτους, ολιγάριθμους και ακραία αφοσιωμένους σε καλλιτεχνικές εκφάνσεις, πολίτες της Νορβηγίας.
Μόλις πέντε εκατομμύρια πληθυσμό κι απαριθμούν τόσα συγκροτήματα που ειλικρινά πιστεύω πως πρέπει να αντιστοιχεί από ένα σε κάθε οικογένεια. Εξαιρετικοί τζαζίστες μέχρι παρανοϊκά μέταλλα επιδεικνύουν μια ποικιλία την οποία φαίνεται να αγκαλιάζουν οι Leprous, μια μπάντα που δοκιμάζει πλέον την τρίτη της προσπάθεια στο χώρο του progressive rock/metal. Το όνομα μπορεί να μην λέει τίποτα, αλλά θα είστε άξιοι της τύχης σας αν δεν τους μάθετε από εδώ και στο εξής.
Ας θεωρήσω δεδομένο το ότι δεν έχετε ιδέα για το προηγούμενο εκπληκτικό “Tall Poppy Syndrome” κι ας πω με σιγουριά πως η απεχθής λέπρα που εκπέμπει η ονομασία τους αποθαρρύνει κάποιους «μη μου άπτου» ακροατές. Θα συγχωρεθούν όλα τα ατοπήματά σας αν δώσετε μια και μόνο ευκαιρία στο “Bilateral”, αρκεί να έχετε μια ιδέα από μουσική γενικότερα. Εάν δε, αυτή επεκτείνεται και στο progressive τότε θα καταλάβετε για ποιες υποκειμενικές αξίες μιλούσα στην αρχή.
Ο δίσκος αποτελεί υπόδειγμα progressive νοοτροπίας χωρίς να δανείζεται κάτι από τα κλασικά του είδους, ενώ παράλληλα η θεατρικότητα σε φωνητικά και μελωδίες εμπλουτίζει με έντονα avant-garde χαρακτηριστικά. Μπορεί σε σημεία να εντοπίσετε πλήκτρα που παραπέμπουν σε Opeth, ή ρυθμικά μέρη τύπου Pain of Salvation. Άλλοι μπορεί να παρατηρήσουν επιρροές από Porcupine Tree και επικές στιγμές των «καθαρών» δουλειών του Devin Townsend, όμως η τελική εικόνα δεν θυμίζει σε τίποτα κάτι από τους παραπάνω. Έχει μια δική της χροιά που ελπίζω χρόνια μετά να είναι αναγνωρίσιμη στον κάθε μουσικόφιλο.
Στο πρώτο και ομώνυμο κομμάτι γίνεται σαφής η κατεύθυνση του δίσκου με την ευφυΐα των μελωδιών ως κύριο συστατικό για το συνθετικό μέρος. Όταν βέβαια λέμε μελωδία δεν εννοούμε δισολίες και «παπάδες» στα μέτρα των Dream Theater ή των Symphony X, αλλά μουσικές εκφράσεις που στηρίζονται σε πανέξυπνα θέματα χτισμένα από την εκπληκτική φωνή του Einar Solberg, το ουσιώδες και μεστό ρυθμικό μέρος που αποτελεί μια δυνατή ραχοκοκαλιά ώστε να αναπτυχθούν τα riff που κρύβουν μοναδικό χαρακτήρα.
Εκεί βέβαια που έλεγα πως πιάνω το νόημα, έρχεται το “Forced Entry” να με χτυπήσει παρηγορητικά στον ώμο και να μου υπενθυμίσει πως ακόμα δεν έχω δει τίποτα. Εμφανέστατη παράνοια δανεισμένη από το “Blackjazz” των συμπατριωτών τους, Shining, με κιθάρες γεμάτες όγκο και πλήκτρα βουτηγμένα στην τρέλα περιπλανώμενου θιάσου συντελούν στο να βγει ένα δεκάλεπτο prog έπος. Εναλλαγές σε συναίσθημα, ταχύτητα, ύφος και σόλο που στέλνουν στη στρατόσφαιρα το μυαλό, διαδέχονται φαινομενικές μπαλάντες που μετατρέπονται σε σκληρά ακούσματα, μέσα στο γενικότερο κλίμα σχετικής ευφορίας.
Χάρηκα ιδιαίτερα όταν άκουσα το “Thorn” σε ραδιοφωνική εκπομπή του Atlantis, στο οποίο συμμετέχει ως guest ο Ihsahn, κάτι που λειτούργησε ως κράχτης για το κοινό αν και κρατιέται μακριά από black φιλοσοφία. Απίστευτο ρεφρέν και ατμόσφαιρα που έρχεται τόσο φυσικά και ρέει σα να πρόκειται για κάτι το απλό.
Είπα μακριά από black φιλοσοφία; Άνθρωποι είμαστε, λάθη κάνουμε και το “Waste of Air” μου το κοπανάει στη μάπα. Υπεργρήγορο και βαρύ αρχικά, με άγρια φωνή και συνέχεια ξανά παρανοϊκή που συνιστά progressive black υψηλής ποιότητας. Δεν θα επεκταθώ στις απλές φόρμες του αψεγάδιαστου “Mediocrity Wins” γιατί θα ξεφύγω. Ούτε στο πολύ prog “Cryptogenic Desires” του οποίου το κυρίως riff έχει κολλήσει στο κεφάλι και δεν βγαίνει με τίποτα! Έχω πιάσει τον εαυτό μου στη δουλειά να κοιτάζει καλώδια και να σκέφτεται εκείνο το «τα-τα-ταταρατατά…». Έλεος πια, δεν πάει άλλο! Άλλα δύο τραγούδια μετά και η αυλαία για το “Bilateral” πέφτει, όπως και το σαγόνι μου εδώ και ώρα.
Το άλμπουμ διαθέτει μεν progressive προσέγγιση, που θεωρητικά το καθιστά δύσκολο άκουσμα, όμως παράλληλα είναι τόσο εύκολο για όποιον θέλει να λέγεται ανοιχτός και δεκτικός. Επιπλέον με τις ακροάσεις γίνεται όλο και καλύτερος, αφού οι πτυχές του είναι αμέτρητες, καλώντας τον κάθε ένα να επικεντρώσει στα στοιχεία που αυτός θέλει. Όπως είπε κι ένας φίλος, μόνο σε κουφούς δεν θα αρέσει. Και πιστεύω θα κονταροχτυπηθεί στα ίσα με άλλα δύο – τρία για το καλύτερο της χρονιάς.
Κείμενο : Βασίλης Μπακογιάννης


