Η δεκαετία του ’80 ήταν και είναι η αγαπημένη των οπαδών του κλασικού και παραδοσιακού metal. Η άνθηση των heavy, thrash και power εκείνη την εποχή ήταν παροιμιώδης με όλους τους μεγάλους να αναδύονται ως νέα ανερχόμενα αστέρια και συγκεκριμένα στο thrash οι Metallica με τους άλλους τρεις των Big 4, τους Testament και όλους τους ευρωπαίους από την κοντινή μας όχθη του Ατλαντικού. Από τότε μέχρι σήμερα δεν έχει φανεί κάτι αντίστοιχα μεγάλο με βάσει τα παλιά στάνταρ του παραδοσιακού ήχου, καθώς αρκετές μπάντες εμφανίστηκαν με πολλές αξιώσεις ώστε να πρωταγωνιστήσουν στη σκηνή, πάντα όμως με καινοτομίες που ξέφευγαν από τα όρια και που έδειχναν μια άλλη προοπτική στη μουσική αυτή. Έτσι εξελίχθηκε και το thrash όπως είναι φυσικό, αλλά η γοητεία του παλιού παρέμενε δυνατή ώστε να αναζωπυρώσει τη φλόγα των ‘80s σήμερα.
Τέτοια περίπτωση αποτελούν οι Havok, των οποίων το όνομα δεν ήξερα καν πριν λίγο καιρό, όμως είμαι σίγουρος πως πρέπει να το μάθουν όλοι οι οπαδοί του είδους. Όχι μόνο ανανεώνουν το ενδιαφέρον, αλλά με το “Time Is Up” απαιτούν μια θέση ανάμεσα στους γίγαντες των τριάντα ετών του είδους.
Με την αρχή του δίσκου όλα ξεδιπλώνονται ξεκάθαρα και σαφέστατα μπροστά στον ακροατή, ο οποίος με τις πρώτες νότες του “Prepare for Attack” καταλαβαίνει εύκολα το που κινείται το κλίμα. Είναι χαρακτηριστικές αυτές οι εισαγωγές που αποτελούνται μόνο από ένα riff μιας κιθάρας ίσως και από κάποια μικρά εφέ στα τύμπανα, ώστε να προετοιμάζεται το κοινό κάτω από την σκηνή για ανελέητο head banging. Με το που δίνεται το σύνθημα εξαπολύεται ο κακός χαμός και τα παραδοσιακά μέταλλα με τα κολλητά τζιν ευφραίνονται.
Όλα τα κομμάτια κυμαίνονται σε γενικά υψηλές ταχύτητες και σε ένα ύφος της Bay Area θυμίζοντας κατά πολύ Metallica, Testament, Megadeth, Slayer και η λίστα μπορεί να δημιουργηθεί από τον καθένα βάσει ακουσμάτων. Πολλά τραγούδια μου έφεραν στο μυαλό στιγμές Master of Puppets και εντύπωση μου έκανε ο παλαιωμένος «μπασάτος» ήχος στα έγχορδα βγαλμένος κατευθείαν από τα ‘80s και τις παραγωγές του Flemming Rasmunsen με τους Metallica. Η εισαγωγή του “Covering Fire” ως μια παραλλαγή αυτής του “Orion” με το κλασικό εφέ του μπάσου γεμίζει για λίγα δευτερόλεπτα και ένα εκπληκτικό riff να παίρνει τη σκυτάλη σε ένα κομμάτι κομμένο και ραμμένο βάσει προδιαγραφών για μεγάλες δόξες. Στο καταιγιστικό και ιδανικό για moshpit “No Amnesty”, το ύφος γίνεται ακόμη πιο επιθετικό με σαφείς αναφορές σε Testament της παλιάς περιόδου, αρκετά χαρακτηριστικό όλου του δίσκου. Πιο μελωδικό μπορεί να φαίνεται το D.O.A. στο οποίο εμφανίζονται και δισολίες σε μια σύνθεση που συνδυάζει άψογα την επιθετικότητα με την μελωδία. Δεν θα είχε κανένα νόημα να αναλύσω ένα – ένα τα κομμάτια αφού μια είναι η λέξη που τα χαρακτηρίζει όλα: thrash. Σημαντικό ρόλο παίζει και η φωνή του David Sanchez, σε ένα ύφος που μου θύμισε Overkill και λίγο Slayer, ενώ σαν χροιά έφερνε μεταξύ των Chuck Billy και Dave Mustaine.
Soundtrack «κλοτσοπατινάδας» λοιπόν το “Time is Up’ σε μια στιγμή προφανούς έμπνευσης από το παρελθόν, από μια μπάντα που ξέρει τι θέλει, είναι τίμια, πολύ καλή σε αυτό που κάνει και αξίζει την προσοχή των οπαδών των προαναφερθέντων συγκροτημάτων. Μπορεί βέβαια αυτό που παίζουν να είχαν αρχίσει άλλοι πριν από τριάντα χρόνια, όμως αν συνεχίσουν να γράφουν κομμάτια όπως τα πέντε έξι καλύτερά του, τότε θα αναρριχηθούν γρήγορα στην κορυφή μαζί με τα ινδάλματά τους.
Κείμενο : Βασίλης Μπακογιάννης


