Σκεφτόμενος την ιστορία των συγκροτημάτων της σκληρής μουσικής παρατηρώ πως τα ονόματα γίνονται όλο και πιο παράξενα. Ίσως για να τραβήξουν την προσοχή του ακροατηρίου ή ακόμη και για να το παίξουν “ψαγμένοι” και κουλτουριάρηδες. Βέβαια αυτό από μόνο του αποτελεί ένα απλό έναυσμα για να επικεντρωθούν κάποια αυτιά πάνω τους. Κάτι που μου έκανε το “East Of The Wall”. Αινιγματικά γοητευτικό το βρίσκω. Ανατολικά ποιου τοίχου τώρα θα σας γελάσω.
Δεύτερη απόπειρα για τους Αμερικανούς μέσα σε λίγο παραπάνω από ένα χρόνο, κραυγάζοντας παρόντες στο progressive στερέωμα. Το λιθαράκι που θα προσθέσουν στο μεγάλο βουνό αυτής της μουσικής θα φανεί με τα χρόνια, αν και προσωπικά πιστεύω πως πρόκειται για μια πολύ καλή κοτρώνα που θα προσφέρει περαιτέρω στήριξη του ορεινού όγκου.
Οι καλλιτεχνικές καταβολές της μπάντας κρατούν από post metal αλλά δεν θα βρείτε τα ξεσπάσματα των Isis ή των Pelican, ούτε τα μακρόσυρτα riff της συγκεκριμένης σκηνής. Θα παρατηρήσετε όμως κάποιες μελωδίες που παραπέμπουν σε Red Sparrows, αν και οι περισσότεροι συσχετισμοί μπορούν να γίνουν μάλλον με τους Intronaut και την progressive προσέγγισή που δίνει έναν άλλο αέρα στο post metal τους. Πάντως προσωπικά πιστεύω πως αυτό φτάνει να χαρακτηρίσει μόλις το ένα τέταρτο της μουσικής τους.
Η νοοτροπία των δώδεκα συνθέσεων κυμαίνεται σε έντονα prog ξεσπάσματα, τύπου Mastodon εποχής Blood Mountain, τα οποία ενίοτε διακόπτονται από jazz σόλο (ένα εκπληκτικό στο “Linear Failure”), τα οποία με γοήτευσαν, ή από κλασικές φόρμες που χτίζουν τα κομμάτια. Τα φωνητικά ακολουθούν την τάση της εποχής που επιβάλει καθαρό τραγούδι με μελωδίες που έχουν άμεση σχέση με την εξέλιξη του κάθε μέρους, ενώ στα σημεία μεγαλύτερων εντάσεων μετατρέπονται σε άγρια που πιάνουν την σφαίρα του hardcore. Πρωταρχικό ρόλο παίζει το μπάσο, χωρίς να προσπαθεί να εντυπωσιάσει με τεχνικά “παπατζίδικα” σημεία, αλλά η ισότητα μεταξύ αυτού και της κιθάρας αναδεικνύει το πόσο μελετημένες μελωδίες έχουν δημιουργήσει. Πάρτε για παράδειγμα την εισαγωγή του “False Build” όπου τα δύο είδη έγχορδων συνδυάζονται τόσο μαγευτικά που ήθελα να αναπτυσσόταν όλο πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Ακόμη και το βασικό riff του “The Apologist” ουσιαστικά παίζεται στο μπάσο, με τις εξάχορδες να γεμίζουν το τοπίο στην πιο post εκτέλεση του άλμπουμ.
Από εκεί και πέρα αφήνουν τους όποιους συναισθηματισμούς και καταπιάνονται με επιθετικό progressive, όπως στα instrumental “Running Tab Of Sweetness” και “Horseback Riding In A Bicycle”. Ανεβάζουν εντάσεις και ταχύτητες, προσφέροντας στιγμές «ποιοτικού» head banging, χτυπώντας κιθάρες από τη μία, μπάσα από την άλλη, τύμπανα πιο πέρα σε έναν χαμό μελωδιών που έχουν συντεθεί προς τέρψη των αυτιών.
Αν ήθελα να ξεχωρίσω κομμάτια (που δεν το θέλω γιατί όλα έχουν την ομορφιά τους) αυτά θα ήταν τα δύο τελευταία, “Whiskey Sipper” και “Underachiever”. Μπορεί να θεωρώ το ουίσκι λίγο καλύτερο από πετρέλαιο αλλά αν κάποιος που πίνει αυτό το πράγμα (=whiskey sipper) ακούγεται σαν αυτό το τραγούδι, τότε αρχίζω τώρα κιόλας να τα σφυρίζω. Απίθανο riff στο ρεφρέν που μοιάζει κλασικό λόγω συλληπτικής απλότητας και δύναμης. Είναι πραγματικά απίστευτο το πόσα εκατομμύρια riff έχουν γραφτεί τόσες δεκαετίες κι ακόμα βγαίνουν κάποια που σε πωρώνουν, σε συγκινούν, σε ανατριχιάζουν και σε κάνουν να λατρεύεις αυτήν την τέχνη. Κάπως έτσι έπεσε η αυλαία με το “Underachiever”, όταν έριξα το χτύπημά μου με τις παλαβιές τους και στη συνέχεια μου σήκωσαν την τρίχα με το κλείσιμο, όπου συμμετείχε και μια τρομπέτα, έτσι για να φορτίσει λίγο παραπάνω το κλίμα.
Αν διαβάσατε τα παραπάνω δεν έχει νόημα ο επίλογος. Για όσους έτρεξαν κατευθείαν εδώ κάτω έχω να πω τα εξής. Το “Apologist” θα έπρεπε να ήταν τουλάχιστον στα καλύτερα progressive του ’11 να κάνει παρέα στο “Billateral” των Leprous. Ελπίζω μόνο να μην το αφήσετε να πάει χαμένο.
Κείμενο : Βασίλης Μπακογιάννης


