
Οι adolf plays the jazz φαίνεται να το έχουν μελετήσει το θέμα. Όχι μόνο όσο αφορά το post-rock, αλλά και ότι αφορά το τί κάνουν και γιατί το κάνουν. Έτσι, μας αποκαλύπτουν όλες τις αιτιολογίες πίσω απ’ τα 6 albums τους, την αντίληψή τους για το σήμερα, τις αναζητήσεις τους για το μέλλον.
Δηλώνετε ότι το όνομά σας δεν έχει να κάνει με πολιτική ή φασισμό ενώ παράλληλα χρησιμοποιείται και τη λέξη jazz, αν και post-rock συγκρότημα. Τελικά, τι κρύβεται πίσω από αυτή την ονομασία ;
Το όνομα των adolf plays the jazz “παίζει” με δυο λέξεις στερεότυπα. Από την μια ο Αδόλφος που παραπέμπει ξεκάθαρα στον απόλυτο συντηρητισμό ενώ από την άλλη η λέξη jazz που είναι άρηκτα συνδεδεμένη με τον αυτοσχεδιασμό και την ελευθερία στην έκφραση. Ο λόγος για τον οποίο σε κάθε μας κυκλοφορία αναγράφεται ότι δεν έχουμε καμία σχέση με την πολιτική και ειδικά με τον φασισμό γίνεται φυσικά λόγω της προκατάληψης που ακολουθεί την λέξη adolf, καθώς και της ευκολίας που σήμερα κάποιος μπορεί να μπει κάτω από μια ταμπέλα. Φυσικά οι adolf plays the jazz είναι βαθιά πολιτικοποιημένη μπάντα. Πως θα μπορούσαν άλλωστε σ’ αυτή χρονική συγκυρία που βρισκόμαστε; Πως μπορεί κάποιος να σταθεί αδιάφορος μπροστά στα όσα γίνονται σήμερα; Αν πραγματικά μας ενοχλεί κάτι γύρω από το σύνολο των καλλιτεχνών, είτε μεγάλων ονομάτων είτε μικρών, είναι η ουδετερότητα και αποστασιοποίηση, ώστε να μην φθαρούν. Ίσως να είναι και αυτός άλλος ένας λόγος που η τέχνη δεν μπορεί να εμπνεύσει τον κόσμο σήμερα, όπως ίσως έκανε παλιότερα. Ο τρόπος που οι adolf plays the jazz εκφράζουν την πολιτικοποιημένη τους στάση μπορεί να διαφέρει από μια punk μπάντα για παράδειγμα, αλλά αυτή είναι πανταχού παρούσα. Η αφύπνιση γίνεται μόνο φωναχτά ή ψιθυριστά.
Ως σχήμα υπάρχετε από το 2002. Ποιά είναι η σύστασή σας το 2011; Με τί όργανα ξεκινήσατε και που καταλήγετε σήμερα;
Οι adolf plays the jazz ουσιαστικά δεν έχουν συγκεκριμένη σύνθεση. Μέλος των adolf plays the jazz αποτελεί ο κάθε άνθρωπος που έχει συμμετάσχει όλα αυτά τα χρόνια σε κάποια ηχογράφηση μας, αλλά και όποιος θα συμμετάσχει στις επόμενες. Δεν μιλάμε φυσικά για κολεκτίβα ή κάτι τέτοιο. Η σημερινή μορφή των adolf plays the jazz έχει ένα σταθερό πυρήνα, ο οποίος θα είναι αυτός που θα παρουσιάσει την μουσική μας ζωντανά, αλλά υπάρχουν επίσης άνθρωποι με τους οποίους συνεργαζόμαστε για την δημιουργία της μουσικής μας. Και σαφώς τα πρόσωπα δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία.
Οποιοσδήποτε ήχος είτε προέρχεται από δημοσιογραφικά μαγνητοφώνα, από παλιά casio, παιδικά ξυλόφωνα, samples από ταινίες, , “κακές” ηχογραφήσεις ή αποτελεί έναν ενδιαφέρον θόρυβο ή προέρχεται από τρομπέτα, μπάσο, τύμπανα και φυσικά κιθάρες με πολλά εφέ αποτελεί υλικό με το οποίο δημιουργούμε τα κομμάτια μας. Ο τρόπος που συνθέτουμε την μουσική μας είναι μάλλον πιο κοντά στον τρόπο που φτιάχνεται η ηλεκτρονική μουσική παρά μια πιο rock αντίληψη. Αυτό φυσικά αφορά κυρίως την μουσική που κυκλοφορούμε και όχι την live εκφορά της, καθώς θα θέλαμε να διαχωρίσουμε τις δύο αυτές εμπειρίες. Δεν μας ενδιαφέρει καθόλου η στεγνή αναπαραγωγή αυτών που φτιάχνουμε και μοιραζόμαστε με σκοπό την κατ’ ιδίαν ακρόαση τους. Το live για μας είναι το βήμα παραπάνω στην επικοινωνία μας με τον ακροατή.
Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια καταφέρατε να δημιουργήσετε 6 δίσκους. Πώς θα χαρακτηρίζατε τον καθένα; Ποιές ήταν οι μεταβάσεις από το ένα στο άλλο;
Το “Cognac or Brandy” του 2005 αποτελεί ουσιαστικά την διακήρυξη των adolf plays the jazz. Το Cognac είναι το μπράντι που ξεχωρίζει ανάμεσα σε όλα τα άλλα και είναι ξακουστό για αυτό. Η φράση cognac or brandy έχει να κάνει με το κατά πόσο αυθεντικός είναι κάποιος. Την ίδια χρονιά κυκλοφορήσαμε ακόμα ένα ep με τίτλο “Muzzle the Birds” του οποίου οι συνθέσεις προηγούνται αυτών του “Cognac or Brandy”. Τα κομμάτια αυτά έχουν μια κάπως ψυχρή και πιο αφαιρετική προσέγγιση, βαθιά επηρεασμένη από εικόνες βιομηχανικής ζώνης και γενικότερα μιας κοινωνίας που αποκόπτεται από την φύση. Το 2006 κυκλοφορήσαμε μια συλλογή με επιλογές από τα 2 ep, καθώς και άλλα 2 κομμάτια, η οποία μοιράστηκε δωρεάν. Επιπρόσθετα το 2006 είναι η χρονιά που βγήκε και το πρώτο μας album, με τίτλο “Art Brokolo”, σαφής αναφορά στο art rock και θα λέγαμε μια ειρωνική δήλωση μας, όχι φυσικά προς το progressive rock των 70s, αλλά στην εμμονή στην αποστειρωμένη λογική που συναντάται κυρίως στους χώρους μουσικών αλλά και fan στο σημερινό progressive. Μουσικά αποτελεί το πιο κοντινό σημείο των adolf plays the jazz με το prog rock, φυσικά με τον τρόπο που το αντιλαμβανόμαστε εμείς. Το 2007 έχουμε πάλι 2 κυκλοφορίες. Το “Day 4 | Urban Fiction Part 1″ με post-rock και shoegaze ήχο αλλά και το “Melt” ep, το οποίο κινείται σε πιο ηλεκτρονικούς ήχους, trip-hop, ambient κτλ. και ουσιαστικά αποτελεί την μουσική αντιστροφή του Day 4. Για αυτό ακόμα και στο εξώφυλλο του τα χρώματα είναι αντεστραμμένα. Δεν είμαστε από τις μπάντες που κάθε φορά λέμε ότι το καινούργιο μας album είναι το καλύτερο. To Day 4 | Urban Fiction Part 1 θεωρούμε ότι μέχρι και σήμερα είναι το σημαντικότερο, αλλά και το πιο αντιπροσωπευτικό κομμάτι της δισκογραφικής μας απασχόλησης. To 2008 έρχεται το “Stealth” ep που είναι μάλλον το πιο “φωτεινό” μας album, αν μπορεί να το πει κάνεις έτσι και πραγματεύεται την φυγή.Αστειευόμενοι το αναφέραμε σαν adolf goes pop, κάτι που μάλλον δεν ισχύει. Σε απόλυτη αντίθεση έρχεται το “Dirty Waters” την επόμενη χρονιά (2009) το οποίο είναι αρκετά σκοτεινό, σκληρό και θορυβώδες, επηρεασμένο από την post-metal σκηνή. Γενικά θέλουμε κάθε μας κυκλοφορία να διαφέρει σε σχέση με την προηγούμενη ενώ παράλληλα να διατηρούμε έναν όσο γίνεται προσωπικό ήχο. Κάτι που φυσικά είναι το ζητούμενο για κάθε μπάντα.
Το album σας “Cognac or Brandy”, έχει περάσει από ένα “κινηματογραφικό φίλτρο”. Πώς προέκυψε κάτι τέτοιο; Τι επιδιώξατε με αυτή την κίνηση;
Η χρήση κινηματογραφικών διαλόγων ή μονολόγων αντί φωνητικών στη instrumental μουσική και ειδικότερα στο post-rock είναι αρκετά συχνή. Ωστόσο ο τρόπος που χρησιμοποιείται κυρίως, είναι σαν ένας ακόμα ήχος. Εμείς που αντιμετωπίζουμε την μουσική μας με έναν σχεδόν ambient τρόπο, στο θέμα των samples δεν κάνουμε το ίδιο. Εκμεταλλευόμενοι το μέτρο και τον ρυθμό που χρησιμοποιούν στον λόγο τους οι ηθοποιοί, τοποθετούμε το sample με σκοπό να πάρει τον πρωταγωνιστικό ρόλο μέσα στο κομμάτι -όπως θα έκανε το τραγούδι- και να συμμετέχει αναπόσπαστα στην εξέλιξη του. Για παράδειγμα στο κομμάτι “Trap” μέσα από την τελευταία κυκλοφορία μας “Dirty Waters”, το παρμένο από το “Taxi-Driver” του Martin Scorsese sample, είναι καθοριστικό στην εξέλιξη του, ξέχωρα από το ίδιο το μήνυμα που προσπαθούμε να περάσουμε με το περιεχόμενο του λόγου. Το ίδιο συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις, από τα πρώτα μας κομμάτια μέχρι σήμερα και είτε χρησιμοποιούμε Goddard και Fellini, είτε Tarantino ή Lynch. Η ανάγκη βέβαια για την χρησιμοποίηση αυτών των samples, δεν είναι άλλη από την ίδια την φύση της μουσικής μας, η οποία “γεννιέται” από εικόνες και “απαιτεί” την συνοδεία τους. Πολλές σκηνές από ταινίες που έχουμε χρησιμοποιήσει, πλέον δεν μπορούμε να τις δούμε χωρίς στο μυαλό μας να υπάρχει η μουσική που έχουμε φτιάξει για αυτές.

Υπάρχουν κομμάτια των οποίων η ηχογράφηση να έγινε αμέσως, αυτοσχεδιαστικά (jamming) στο studio;
Σε αρκετές περιπτώσεις έχουν χρησιμοποιηθεί jam-αρίσματα σαν αυτούσια κομμάτια, ενώ ακόμα περισσότερες μέρη jam-αρίσματος έχουν χρησιμοποιηθεί σαν υλικά μέσα στα κομμάτια μας.
Αποφασίσατε τα album σας να διανέμονται δωρεάν. Μέχρι πού έχουν “ταξιδέψει”;
Το να μοιράζουμε δωρεάν την μουσική μας είναι κάτι που ξεκινήσαμε από την πρώτη στιγμή που αποφασίσαμε να ηχογραφήσουμε την μουσική μας και να της βάλουμε ένα εξώφυλλο που να την αντιπροσωπεύει. Μάλιστα αυτό το κάναμε πολύ πριν κάτι τέτοιο γίνει “μόδα”. Η μουσική πλέον μπορεί να από άκρη σ’ άκρη, μέσω τις κοινωνικής δικτύωσης και των νέων τρόπων προώθησης που προκύπτουν καθημερινά μέσα από το internet και αυτό μπορεί να γίνει με ευκολία μόνο και μόνο από την ίδια την μπάντα, χωρίς μεσάζοντες. Από την άλλη ενστερνιζόμαστε 100% τις d.i.y. (do it yourself)τακτικές, φτιάχνοντας cd-r (με εξώφυλλα κτλ.) και έχοντας μοιράσει στην Ελλάδα πάνω από 1500 cd. Δεν μιλάμε καν για τα άπειρα downloads από τα διάφορα μέσα, ούτε μπορούμε να δώσουμε πραγματικό αριθμό καθώς κάτι τέτοιο είναι εντελώς ανεξέλεγκτο και δεν έχει καμία σημασία. Σε μια εποχή που οι μηχανισμοί της μουσικής βιομηχανίας έχουν ξεπέσει και ο κάθε ακροατής μπορεί να έχει πρόσβαση σε κάθε δημιουργία, μπορεί να έχει το δικό του αγαπημένο συγκρότημα, τον δικό του αγαπημένο ποιητή ή συγγραφέα (που μάλιστα κυκλοφορεί μόνο στο blog του τα έργα του), ο χάρτης έχει αλλάξει δραστικά. Μας χαροποιεί όμως που παρατηρούμε στο κανάλι μας στο YouTube υπάρχουν προβολές για τα αυτοσχέδια βίντεο μας από διάφορες ακόμα και αρκετά μακρινές μεριές του κόσμου. Τώρα θίγουμε και άλλο ένα ζήτημα καθώς επιδίωξη μας στο μέλλον είναι η δημιουργία μιας κινηματογραφικής δημιουργίας (βίντεο) με θέμα επηρεασμένο από τη μουσική μας ή το ανάποδο και τη θεματολογία που σαν μπάντα ως τώρα δουλεύουμε. Βέβαια δεν έχουμε την κατάλληλη τεχνογνωσία οπότε επιτρέψτε μας να κάνουμε έκκληση μέσα από το site σας σε όποιον εκεί έξω θα ήθελε να δουλέψει μαζί μας σε μια τέτοια κατεύθυνση. Είναι κάτι που σαν μπάντα θα μας ικανοποιούσε ιδιαίτερα αφού πάντα είμαστε ανοικτοί σε καινούριες καλλιτεχνικές εμπειρίες. Μάλιστα στα πλαίσια του νέου μας album θα υπάρχει συνεργασία με έναν ιδιαίτερα εξαιρετικό φωτογράφο, μέσα από του οποίου τις φωτογραφίες «βλέπουμε» τη μουσική μας. Περισσότερα όμως θα πούμε την ώρα της κυκλοφορίας.
H συλλογή σας “Day 4/ Urban fiction” (2007) είναι εμπνευσμένο απ’ τη ζωή στις πόλεις. Αν ηχογραφούσατε σήμερα το δίσκο, ποιές αλλαγές θα κάνατε; Κατά πόσο έχουν αλλάξει αυτές οι εικόνες με τα σημερινά δεδομένα;
Γενικά η πόλη και η επίδρασή της στους πολίτες της είναι το κυρίαρχο ζήτημα που απασχολεί τα θέματα των adolf plays the jazz.. Τo επερχόμενο μας album μάλιστα, έχει σαν θέμα την αρχιτεκτονική των πόλεων και την επίδραση στον ψυχισμό του σύγχρονου ανθρώπου. Στο Day 4| Urban Fiction Part 1, πέντε χρόνια πίσω, βρισκόμαστε σε μια κοινωνία ψευδής ευημερίας, μια κατάσταση που ουσιαστικά είναι η συνθήκη που οδήγησε τα πράγματα εδώ που βρίσκονται. Η αποξένωση, η αλλοτρίωση, ο ατομισμός και η αλαζονεία (βλ. Of Dogs and Mice) αποτέλεσαν θεματολογία των κομματιών μας. Ακόμα η ανεξέλεγκτη κατανάλωση (βλ. Inumb εκ του iPhone, iPod κτλ), το “αδειασμα” των ονείρων (βλ. For What is Made to Fail) και τέλος το κυνήγι του χρόνου και το χάσιμο της ουσίας (βλ. Waste) επίσης τροφοδότησαν τότε τη μουσική μας. Δυστυχώς όλα αυτά δεν είναι απόντα από την σημερινή κοινωνία, απλά ακόμα και τώρα, οφείλουμε να τα αποδομήσουμε για να δώσουμε τις απαντήσεις όντας μια γενιά που βλέπει την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της, τον ευτελισμό της ελευθερίας της συλλογικής και ατομικής το καθενός και την καταστολή της κάθε διαφορετικής άποψης, σαν να βλέπει κάποιο reality show από τον καναπέ της. Σήμερα λοιπόν δεν θα αλλάζαμε κάτι από την “Αστική Μυθοπλασία” μας. Το πιο πιθανό θα ήταν να βγάζαμε το 2ο της μέρος διότι νομίζουμε ότι βρισκόμαστε σε μια φάση αλλαγής της κοινωνίας αλλά και της χώρας γενικότερα.
Στο “Melt” έχετε συμπεριλάβει μέχρι και trip hop/ ηλεκτρονικά στοιχεία. Ποιά στοιχεία συνδυάζεται και τί μουσικές επιρροές έχετε για να καταλήγετε σε έναν τέτοιο ήχο;
Κάτι που ίσως φανερώνεται σε κάποιον που παρακολουθεί την δισκογραφία μας μέχρι σήμερα είναι σίγουρα, ένα ευρύ φάσμα επιρροών. Πολλές φορές στοιχεία από διαφορετικές μουσικές μπλέκονται ανάμεσα στα κομμάτια μας, ελπίζουμε τις περισσότερες φορές με επιτυχία. Στο “Melt” οι επιρροές μας από ηλεκτρονική μουσική απλά γίνονται πιο ξεκάθαρες. Επηρεαζόμαστε από μπάντες ή μουσικά ερεθίσματα από την πρώιμη βρετανική post-rock σκηνή όπως οι Bark Psychosis που ενσωμάτωσαν αρκετά ηλεκτρονικά στοιχεία στην μουσική τους, ή η λεγόμενη σκηνή του Bristol, το drum ʼnʼ bass του Goldie και του Photek, ο Dj Shadow ή ο Amon Tobin. Στη μουσική μας το μπάσο είναι μάλλον το όργανο κλειδί, οπότε ένα σχήμα σαν τους Massive Attack στα αυτιά μας ηχεί σαν να είναι το “βασίλειο του μπάσου” Ευνοείτα λοιπόν αποτελούν μια ακόμη σαφής επιρροή μας. Τελικά όλο αυτό το ανακάτεμα των ήχων που επιχειρήθηκε στην Βρετανία στην δεκαετία του 90 και έβγαζε το ένα είδος πίσω από το άλλο, είναι κάτι που ίσως να μην είναι τόσο ευδιάκριτο σ’ όλη την δισκογραφία μας αλλά έχει διαμορφώσει κατά πολύ τον τρόπο σκέψης μας. Όπως φυσικά, και αν οι Στέρεο Νόβα δεν ανακάτευαν τους ήχους τους με την μουσική του Χατζιδάκι πολύ πιθανόν να μην μιξάραμε και εμείς Μητροπάνο στο “Living Upstairs”. Φυσικά το να μας χαρακτηρίσει κάποιος σαν ηλεκτρονικό σχήμα, είναι μάλλον κάτι που ίσως σύντομα τον οδηγήσει σε αδιέξοδο. Έτσι το “Melt” μένει για την ώρα το μοναδικό δημιούργημα με αυτήν την κατεύθυνση.
Επιμέλεια Συνέντευξης : Βαρβάρα Μπαρδακά (blog : fight it like a brave)


