Dreadnought: Bridging Realms (Sailor Records 2015) Εκτύπωση

Dreadnought, ένα ογκώδες θωρηκτό που κυριάρχησε στις θάλασσες κατά τις αρχές του 20ου αιώνα, ίσα με δυο φρεγάτες σε μέγεθος. Αν τώρα κάποιος μου έλεγε ότι υπάρχει συγκρότημα με αυτό το όνομα και με ρωτούσε τι μουσική παίζει, θα είχα μια απάντηση. Τουλάχιστον death metal (βλ. Bolt Thrower). Ωστόσο η ετυμολογία της λέξης είναι «αυτός που δεν φοβάται τίποτα» και μπορεί να δώσει περισσότερο νόημα στην παραπάνω ερώτηση. Οι Αμερικανοί Dreadnought από το Κολοράντο (υπάρχουν και οι Dreadnaught από την Αυστραλία, οι Dreadnought από την Ουκρανία και πάει λέγοντας) μπορεί να μην έχουν σχέση με Bolt Thrower, αλλά όντως δείχνουν ατρόμητοι. Γιατί το εύρος των ειδών που συμπεριλαμβάνουν στην μουσική τους είναι, αν μη τι άλλο τολμηρό.

Προσέξτε τι παίζουν τα τέσσερα μέλη: η Kelly Schilling κιθάρα και φλάουτο, τραγουδάει με καθαρά και άγρια φωνητικά, ο Jordan Clancy drums, άλτο και τενόρο σαξόφωνο, ο Kevin Handlon στο μπάσο και το μαντολίνο και η Lauren Vieira στα πλήκτρα και τα μελωδικά φωνητικά. Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνουν στις συναυλίες. Ίσως φυτρώνουν έξτρα χέρια, τι να πω. Η αλήθεια είναι πως δεν συμπίπτουν ποτέ τα δυο ή τρία μουσικά όργανα ενός μέλους, άρα τα παραπανίσια ζευγάρια χεριών ίσως να μην χρειάζονται. Από τα παραπάνω πιστεύω πως βγάζετε ένα πρώτο συμπέρασμα για το συνονθύλευμα ήχων που συγκεντρώθηκαν και δημιούργησαν το “Bridging Realms”, τον δεύτερο δίσκο των Dreadnought. Ή όχι;

Πολλές είναι οι φορές που μουσικοί αποπειράθηκαν να συμπεριλάβουν τόσες επιρροές σε ένα άλμπουμ. Θέλει πολλή μαστοριά για να παντρευτούν όλα σε κάτι που δεν θα μοιάζει με σουρεαλιστικό έκτρωμα. Οι Αμερικανοί όχι μόνο την διαθέτουν, αλλά δημιουργούν με την ροή της συνθετικής σκέψης τους έναν από τους καλύτερους και πιο ανοιχτόμυαλους δίσκους του 2015.

Ας θεωρήσουμε ότι ανήκουν στον προοδευτικό χώρο με την ετυμολογική έννοια και όχι με αυτή που περιγράφει τα κλασικά συγκροτήματα των Rush μέχρι τους Dream Theater και τους Fates Warning. Πολλοί το λένε αλλιώς: avant-garde. Διαφορετικά θα ήταν δύσκολο να επιχειρήσω να τους κατατάξω κάπου, αφού κάλλιστα μπορούν να ενταχθούν στο progressive, στο sludge, ή στο post rock/metal και το folk. Για το τελευταίο ευθύνεται ο ήχος του φλάουτου που πολλοί τον έχουν συνδυάσει με αγρούς και λιβάδια (εμείς εδώ έχουμε την φλογέρα με τα πρόβατα). Η προσέγγισή του ανά σημεία φέρνει σε ‘70s μονοπάτια και αυτομάτως μπορεί να παραπέμπει στον Ian Anderson και τους Jethro Tull. Το sludge είναι πιο εύκολο να ανιχνευθεί, γιατί ούτως ή άλλως δεν είναι είδος που περνά απαρατήρητο, σ’ αρέσει δεν σ’ αρέσει. Οι κιθαριστικές δομές της Schilling δίνουν τις groove-άτες στιγμές του δίσκου με τραχύ και βρώμικο ήχο, σε μικρές ποσότητες ώστε να μην κατατρώγουν τα υπόλοιπα, πιο «ντελικάτα» είδη. Εκεί είναι που η ίδια, σε αντίθετη με το αθώο παρουσιαστικό της, σκούζει σαν κακιασμένη μάγισσα. Ύφος που περιορίζεται στον αντίστοιχο χρόνο των sludge στιγμών και, παρόλο που σε πολλούς θα ακουστεί σαν να την σφάζουν, ταιριάζει γάντι. Δεν χρειάζεται πάντα να είναι όλα αιθέρια και όμορφα για να αναδειχτεί τέχνη.

Χρησιμοποιούν post νοοτροπία ανά σημεία, κυρίως από την rock μεριά του, αν και στο τελείωμα του “Odyssey” διέκρινα ένα riff που παραφράζει την εναρκτήρια μελωδία του “The Beginning and the End” από το άλμπουμ σταθμό στο post metal, “Oceanic” των Isis. Ωστόσο η προσωπικότητά τους δεν επιτρέπει να σκοτεινιάσουν, όπως οι πρωτοπόροι συμπατριώτες τους, αλλά αναδεικνύουν πιο «φωτεινές» αρετές μιας παρόμοιας μουσικής φράσης.

Το ρυθμικό μέρος είναι που προσδίδει την εικόνα της άρτιας τεχνικής κατάρτισης χωρίς να επιδιώκει φανφάρες. Το drumming του Clancy προσφέρει ποιότητα σε ένα ούτως ή άλλως γεμάτο αποτέλεσμα και πάντα συμβαδίζει με τους υπόλοιπους μουσικούς. Το μπάσο τονίζει τις βάσεις των τραγουδιών και μιας και ηχητικά βρίσκεται αρκετά ψηλά δίνει ένα ανεπαίσθητο funky χρώμα ανά περιστάσεις.

Αλλά το βασικό ατού του “Bridging Realms” είναι ο συνδυασμός των τεσσάρων μυαλών που δημιουργούν μαγικές στιγμές, είτε παίζουν φλάουτο και πιάνο, είτε η βρώμικη κιθάρα κυριαρχεί στα ηχεία. Στο τελείωμα του “Ode to Ether” και ενώ κυμαίνονται μεταξύ ψυχεδέλειας και progressive, μεταμορφώνουν το ρίγος σε μουσική μιας υποβόσκουσας δύναμης της ηλεκτρικής κιθάρας, των φωνών και του πιάνου και κλείνουν ένα δεκάλεπτο κομμάτι πλήρους σύνθεσης.

Προφανώς δεν γίνεται να αναλυθούν όλα τα τραγούδια γιατί θα τελείωνε το χαρτί – αν είχαμε. Το κάθε ένα έχει τον πολυσυλλεκτικό χαρακτήρα του συγκροτήματος, είτε πρόκειται για τα παραμυθένια φωνητικά της Vieira (ή της Schilling, μην με ρωτάτε, δεν ξέρω) στο “Odyssey”, είτε για την jazz χροιά στα μισά θέματα του δίσκου, είτε την progressive ευφυία, γενικό γνώρισμα των πενήντα δύο λεπτών του. Όλα τα όργανα χρησιμοποιήθηκαν σε μελωδίες – κουτί για το καθένα, όπως το φλάουτο που κυριολεκτικά ταξιδεύει και το πιάνο που ειδικεύεται στο να προκαλεί ρίγος.

Περισσότερο post νοοτροπία σε σύνθεση ίσως ήταν το ομώνυμο που έκλεισε το όλο εγχείρημα και με άφησε με αίσθηση πληρότητας μέσα από το αλλόκοτο ύφος τους. Ένα ύφος που ομολογουμένως δύσκολα θα τραβήξει πλήθος ακροατών καθότι εξεζητημένο. Όσοι το δεχτούν ίσως βρουν έναν από τους καλύτερους δίσκους του 2015.

Κείμενο: Βασίλης Μπακογιάννης

Μοιραστείτε το άρθρο με τους φίλους σας