American Heritage: Prolapse (Solar Flare Records 2014) Εκτύπωση

Ή: Η αργοπορία της αναγνώρισης

Γνωρίζετε τι εστί μάρκετινγκ και τι μουσική βιομηχανία. Επομένως θα ξέρετε πως πολλοί καλλιτέχνες έλαβαν αναγνώριση που δεν άξιζαν και άλλοι δεν πήραν ούτε το ένα δέκατο από ό,τι τους αναλογούσε, είτε αυτό ήταν απολαβές, είτε αναγνώριση. Θα εξετάσω μια περίπτωση του δεύτερου παραδείγματος που πάντοτε μου προξενούσε απορία. Πώς γίνεται μια φοβερή μπάντα να καταφέρνει να πατώνει σε δημοτικότητα, ενώ ανήκει σε δισκογραφική εταιρία, πράγμα που συνεπάγεται επαγγελματική προώθηση και διαφήμιση; Είναι πολλά τα συγκροτήματα με τα ίδια συμπτώματα, αλλά θα εστιάσω στους American Heritage γιατί πολύ απλά πάντα τους το χρωστούσα μιας και μου προσέφεραν ατελείωτες ώρες μελετημένης μουσικής φρενίτιδας. Και γιατί με την κυκλοφορία του τελευταίου τους δίσκου διαλύθηκαν.

Οι συγκεκριμένοι Αμερικανοί δεν έπαιρναν ποτέ τον εαυτό τους στα σοβαρά. Ή τουλάχιστον έτσι ήθελαν να δείξουν. Γιατί μπορεί να ονομάζεις κομμάτια σου “Tomb Cruise”, “Toilet Paper and Leotards” ή “Anxious Betwetter” και “It’s like Fucking a Napkin Full of Toenails” αλλά όταν σκούζεις “this country’s imploding, there’s no use in voting” κάτι πιο βαθύ κρύβεται εκεί μέσα. Ακόμα και με το ομώνυμο Ep και τα τρία πρώτα άλμπουμ, “Why Everyone Gets Cancer”, “Through The Age Of Quarrel And Into The Era Of Putting Up With It” και “Bipolar” στα οποία δεν υπήρχε φωνή, καταλάβαινε ο καθένας τον διάχυτο χαβαλέ. Ενώ ο πρώτος δίσκος ήταν «λιγομίλητος» με αριθμούς για τίτλους (το πολύ διψήφιους) που δεν ταίριαζαν καν με την σειρά των τραγουδιών, πέρασαν στο δεύτερο με την «λογοδιάρροια» του “Psychoreactive Flow In Cavernous Passages Under Villas, Maners, Castles and Mansions of the Superpredator Has Poisoned the Potato Crops and Caused Eyes to Blaze With Blind Tuber Rage” και στο επίσης instrumental “Bipolar” που έδειξε ότι το συγκρότημα άλλαζε λίγες μοίρες στην πορεία του ταξιδιού του. Όλα στο μοτίβο του sludge σε math ρυθμούς και μελωδίες, χωρίς να παίζουν ιδιαίτερα τεχνικά, παρά μάλλον με παράξενα μετρήματα και ξεσπάσματα που παρέπεμπαν στους Keelhaul. Εκεί στα τέλη του ’90 με αρχές ’00 ήταν όταν τα δυο συγκροτήματα έκαναν παρόμοια βήματα στην μουσική και έδωσαν έδαφος σε πολλά νεότερα να εξελιχθούν. Αυτά μέχρι το 2006 και την κυκλοφορία του “Millenarian”, του πρώτου δίσκου τους με φωνητικά και πλήρη αλλαγή πλεύσης στην σύνθεση.

“Br00tal: Axxes of Evil” ήταν ο τίτλος του πρώτου κομματιού των American Heritage που άκουσα και με κόλλησε στον τοίχο. Ό,τι είχα αισθανθεί για το Remission των Mastodon επανερχόταν στο κεφάλι μου, λίγα χρόνια μόνο μετά. Το θέμα βέβαια είναι πως κανείς μέχρι τότε δεν είχε κάνει κάτι τόσο καλά στα χνάρια του ντεμπούτου των Mastodon, με προσωπικές πινελιές, διαχωρίζοντας την θέση τους στην τότε μικροσκοπική σκηνή του progressive sludge. Το hardcore punk στοιχείο έκανε αισθητή εμφάνιση, όπως είχαν δείξει πως θα έπρατταν με τις διασκευές του Bipolar σε κομμάτια των Born Against και Black Flag. Ουσιαστικά έπαιξαν progressive hardcore punk ανακατεμένο με μπόλικα στοιχεία, όπως ακριβώς είχαν κάνει λίγο νωρίτερα οι Mastodon με τα “Call of the Mastodon”, “Lifesblood” και “Remission”. Η ποικιλία είναι κάτι το καταπληκτικό στο άλμπουμ, το οποίο δεν χάνει ούτε δευτερόλεπτο, εκτός κι αν αποζητάτε ανάλαφρες στιγμές σε ακραία μουσική. Από αυτό δεν έχει. Έχει όμως στιγμές που οι ταχύτητες πέφτουν και τα riff απλοποιούνται, όμως βαραίνουν σε σημείο παχύδερμου. Προσέξτε το τελείωμα του ”Toilet Papers and Leotards” και τα βασικά riff του πρώτου μισού από το “Peckerwood”.  Λες και όλες οι συγχορδίες έχουν μπει στην τέλεια σειρά για τα συγκεκριμένα bpm. Άπειρες sludge μελωδίες βγαίνουν καθ’ όλο τον δίσκο σαν τείχη και το ανελέητο drumming του Mike Duffy συμπληρώνει τον χείμαρρο του “Millenarian”. Η παραγωγή του Sanford Parker έβγαλε απίστευτο ήχο, βαρύ, τραχύ και βρώμικο, όπως ακριβώς ήθελαν οι American Heritage για να συγκεντρώσουν τα βλέμματα. Κάτι που για ανεξήγητο λόγο, δεν έγινε. Και δυστυχώς πέρασαν πέντε χρόνια μέχρι την επόμενη δισκογραφική δουλειά τους.

Το 2011 κυκλοφορούν το “Sedentary” (=καθιστική ζωή) και δείχνουν πως όσο και να μένουν εκτός επικαιρότητας, δεν σταματούν να δουλεύουν οι ήχοι στο μυαλό τους. Ο Parker δίνει μια πιο στιλπνή υπόσταση στα κομμάτια, έχοντας απομακρύνει λίγη από την βρωμιά του προηγούμενου. Οι κιθάρες των Scott Shellhamer και Adamn Norden ακούγονται πιο ευδιάκριτες για να αναδείξουν μελωδίες και ο Norden τραγουδά πιο καθαρά, χωρίς να χάνει την hardcore punk χροιά και πλέον προσφέρει ακόμα και sing along στιγμές όπως στο ρεφρέν του “Chaotic Obliteration” με τον παρακάτω στίχο:

You’re artless and cold

Unfuckwithable

Faceless and old

Unfuckwithable

Η σύνθεση άλλαξε με εμφανές το βάρος που δόθηκε στην μελωδία, χωρίς να χάνεται η «βαρβατίλα», μήπως και δεν τους πούμε άντρες. Τα πέντε χρόνια είναι αρκετά για να εξελιχθούν και αν είχαν μείνει στάσιμοι δεν νομίζω πως θα τα έγραφα όλα αυτά. Τα κοφτερά riff και το rock’n’roll feeling αποσαφηνίζουν ότι το “Sedentary” υπήρξε για τους American Heritage ό,τι το “Leviathan” για τους Mastodon. Των οποίων ο κιθαρίστας Bill Kelliher συμμετέχει στο “Fetal Attraction”, όπως και πολλοί ακόμα μουσικοί από μεγάλα underground ονόματα του χώρου, όπως οι Sulaco, Nachtmystium, Black Cobra και άλλοι, λόγω έλλειψης βασικού μπασίστα.

Κοφτερά riff και groove είναι το πρώτο κύριο συστατικό του Sedentary. Το δεύτερο ίσως είναι η εναλλαγή στο ύφος, μεταξύ hardcore punk και sludge βρωμιάς. Το τρίτο φυσικά είναι η τεχνική που σε συνδυασμό με την συνθετική ικανότητα των μελών απογειώνει τον δίσκο. Έως και grind επιρροές θα ακούσετε. Ο καταιγισμός μελωδιών του εναρκτήριου “City of God” και η ροή του “Tomb Cruise” πραγματικά συναρπάζουν όποιον ακροατή εξέλιξε τα ακούσματά του πάνω στο progressive sludge και λοιπές «μαστοντονιές». Δεύτερος σερί δίσκος που κυλάει χωρίς σκαμπανεβάσματα και κοιλιές. Αν δεν είστε οπαδός της σκηνής ίσως να μην ενθουσιαστείτε τόσο, αλλά σίγουρα θα βρείτε ενδιαφέρουσες ιδέες. Τώρα που είπα κοιλιές θυμήθηκα πως πρέπει να τσεκάρετε οπωσδήποτε την φωτογραφία τους στο bandcamp με την topless πόζα του Norden και την απίστευτη μπάκα του. Για κλείσιμο ρίχνουν την πιο φορτισμένη και αργή σύνθεση που δημιούργησαν ποτέ, το επικό “WWDHD” που προκαλεί ανατριχίλες σχεδόν κάθε φορά που το ακούω. Ειδικά το ρεφρέν έχω την αίσθηση πως περνάει από τα αυτιά και βγαίνει σαν ρεύμα από τις πατούσες μου.

Η αναμονή για το επόμενο άλμπουμ των Αμερικανών κράτησε τριάμισι περίπου χρόνια και τερματίστηκε με την κυκλοφορία του “Prolapse” στα τέλη του ‘14. Η ερμηνεία της λέξης του τίτλου δεν είναι καλή. Βασικά, είναι αηδία. Πολύ μεγάλη αηδία. Όποιος έχει περιέργεια να το ψάξει. Internet έχουμε, ό,τι θέλουμε βρίσκουμε. Άλλωστε το συγκρότημα ποτέ δεν έκρυψε τις τάσεις προς σοκαριστικά θέματα, ως προς το πολιτικά ορθόν της υπόθεσης. Η μουσική του “Prolapse” δεν έφερε τις ριζοσπαστικές αλλαγές του “Millenarian”, ούτε του “Sedentary”, όμως συνέχισε στις υψηλές προδιαγραφές που τα δυο προηγούμενα κατάφεραν να περάσουν στα αυτιά μου. Οι προσδοκίες ήταν αρκετά μεγάλες και δικαιώθηκαν ως προς την μουσικότητα, την σύνθεση και το ύφος. Το μείον είναι η διάρκεια του συνόλου των τραγουδιών, αν αφαιρέσουμε τις τρεις διασκευές. Περί τα είκοσι δύο λεπτά φτάνουν, όσο δηλαδή ένα χορταστικό EP, το οποίο όμως υπόσχεται συνέχεια και δεν είναι κύκνειο άσμα όπως το “Prolapse”. Με τα έξι κομμάτια που έχουμε στην διάθεσή μας πάντως προλαβαίνουμε να χτυπηθούμε και να απολαύσουμε στιγμές που δύσκολα πλέον αναπαράγονται από άλλα συγκροτήματα. Το “Anxious Betwetter” (=ο αγχωμένος κατουρλής) παίζει με τις δυναμικές και εντυπωσιάζει με τα κοφτερά σαν μαχαίρια riff και τα γυρίσματα σεμιναρίου έτοιμα για τρελές συναυλίες και ανελέητο mosh pit. Αυτό δυστυχώς δεν θα το γευτούμε ποτέ. Η sludge ορμή του “Mask of Lies” φέρνει πίσω τις γκαζωμένες hardcore punk μέρες του παρελθόντος και το κλείσιμο του “Blackbird” ως τελευταία σύνθεσή τους, αποσαφηνίζει τι ήταν οι American Heritage. Ποιοτικό, ψαγμένο, τεχνικό και προοδευτικό tantrum που οδηγεί σε παροξυσμούς έκφρασης, σε σημεία που το headbanging μοιάζει με περίπατο στην ακροθαλασσιά. Οι διασκευές ρίχνουν αυλαία υπενθυμίζοντας τις ρίζες ενός σχήματος που δεν πήρε ό,τι του άξιζε, αλλά μάλλον δεν το ένοιαξε κιόλας. Πιστεύω πως έγραψαν εκεί που δεν πιάνει μελάνι την μουσική βιομηχανία, της οποίας βέβαια υπήρξαν μέλος.

Το “Prolapse” με άφησε να παραπονιέμαι για λίγο ακόμα, καθώς τα αυτιά μου αποζητούσαν τις χαρακτηριστικές νότες τους. Λίγες μέρες μετά την ακρόαση έμαθα πως διαλύονται και σκέφτηκα «πάει, το έχασαν τελείως». Παραδόξως, το moto τους στο bandcamp ήταν “Too dumb to quit”. Αν και η λογική θα έλεγε ότι έβαλαν μυαλό, τώρα γράφει “Too dumb. We quit.” Να κατάλαβαν την χαζομάρα τους; Μάλλον όχι.

Στην χώρα μας πιστεύω θα είμαστε πέντε, έξι οι οπαδοί τους. Λογικά κανείς δεν τους έχει ψάξει, κάτι που θα έπρεπε να έχει γίνει εδώ και χρόνια, ειδικά αν κρίνουμε από το ότι χιλιάδες περίμεναν την επιστροφή των Mastodon στον αρχικό τους ήχο, στον οποίο εξειδικεύτηκαν οι συμπατριώτες τους.

Αυτά λοιπόν για την καριέρα των American Heritage, την πιο αδικημένη από πλευράς αναγνώρισης μπάντας που έχω ακούσει. Δεν θα τους δω ποτέ στα σίγουρα, αλλά τα ηχεία μου θα αναστενάζουν για χρόνια υπό τους ήχους των κομματιών τους. Μέχρι να παρατήσω την extreme μουσική. Μένει ένα πράγμα μόνο. Αυτή η ριμάδα η αναγνώριση.

Κείμενο: Βασίλης Μπακογιάννης

Μοιραστείτε το άρθρο με τους φίλους σας