Interpol: Marauder (Matador 2018) PDF Εκτύπωση E-mail

Interpol_-_MarauderΑντί για εισαγωγή θα ξεκινήσω γράφοντας τις δυο προτάσεις που χρησιμοποίησα για να περιγράψω το νέο Interpol σε έναν πολύ καλό φίλο όταν με ρώτησε τις πρώτες μου εντυπώσεις: «Ένα-δύο ωραία trademark riff-άκια, η φωνή ακούγεται ίδια με τον Ozzy ενώ έχει μια μπουκωμένη παραγωγή, γιατί πως να το κάνουμε παρόλα τα φράγκα είμαστε ακόμα αυτοί που ήμασταν στα υπόγεια της Νιου Γιορκ. Ωστόσο το στυλ τους ανέκαθεν μου άρεσε πάρα πολύ και έτσι παρ όλη τη γκρίνια, με συλλαμβάνω που και που να τους απολαμβάνω..»...

Με λίγη αναγκαία αυτοκριτική, μπορώ να πω απλά πως: Αυτή η γαμημένη υπεροψία δεν αντέχεται. Η άμεση καταδίκη κάθε προσπάθειας. Αυτή που μας έχει κάνει να «τελειώνουμε» τη μια μπάντα πίσω από την άλλη. Καλομαθημένοι πιθανότατα από εκείνη την εποχή που οι μπάντες-διαμάντια έβγαιναν η μια μετά την άλλη, και μάλιστα ελέω MTV έφταναν ακόμα και στα mainstream ακροατήρια. Κακά τα ψέματα, είναι γεγονός πως η εποχή μας χαρακτηρίζεται από αυτή τη μανία. Που δεν επιτρέπει στα συγκροτήματα να ανασάνουν, να πάρουν τον χρόνο τους. Κάποτε λέγαμε πως ο τρίτος δίσκος ενός συγκροτήματος είναι ο καθοριστικός για το πως θα διαμορφωθεί ο ήχος τους αλλά και πως θα φτάσουν στο ανώτερο επίπεδο των συνθετικών τους δυνατοτήτων. Σήμερα αυτό περιμένουμε να γίνει από το πρώτο album και αν δεν γίνει, πάμε στους επόμενους. Αν δεν τελειώσουμε με αυτήν, θα μένουμε πάντα ανικανοποίητοι και σύντομα θα λέμε (αν δεν λέμε ήδη δηλαδή) ατάκες του τύπου “η μουσική τελείωσε το 1995” κτλ... Μπούρδες.

Αυτά προφανώς που γράφω δεν τα λέω γιατί πρόλαβαν οι μετέπειτα ακροάσεις να με κάνουν να αλλάξω γνώμη για το “Marauder”. Αλίμονο. To album κυκλοφόρησε την Παρασκευή 24 Αυγούστου. Ο χρόνος που έχει περάσει είναι εγκληματικά λίγος για όποια κριτική, πόσο μάλλον για να προλάβει να μου αλλάξει και την γνώμη. Το album δεν είναι κάτι εξωπραγματικό. Ωστόσο μετά τις πρώτες ακροάσεις αρχίζει και παρουσιάζει τις αρετές του. Το ότι οι Interpol θα πρέπει για μια ζωή να συγκρίνονται με το αριστουργηματικό ντεμπούτο τους είναι ένα βάρος που δεν είναι οι μόνοι που το κουβαλούν (πριν λίγο καιρό έγραφα κάτι παρόμοιο για τους BRMC για παράδειγμα).

Ο «μπουκωμένος ήχος» που προανέφερα είναι η συνειδητή επιλογή του Dave Fridman, παραγωγού των Flaming Lips και Mercury Rev μεταξύ άλλων, που έχει αναλάβει τον καινούργιο ήχο των Interpol.  Πολύ πιθανόν να είναι και ο λόγος που οι Interpol χωρίς να αλλάζουν κάτι ριζικά, στο “Marauder” ακούγονται αναγεννημένοι. Όλα τα στοιχεία αυτής της μεγάλης μπάντας βρίσκονται στη θέση τους και αυτή τη φορά. Το δυναμικό rhythm section κρατά πάντα ψηλά τη σημαία, δίνοντας μια στιβαρή post-punk βάση ενώ οι κιθάρες, είναι αυτές οι κιθάρες που καθορίζουν τα πάντα παρόλο που ακούγονται τόσο μίνιμαλ, χωρίς πολλά πολλά εφέ. Η φωνή του Banks πραγματικά σε σημεία είναι λες και ακούς τον Ozzy Osbourne (μα άκου το Rover), όμως καταφέρνει να σε ρουφά σε ένα πεσιμιστικό γαϊτανάκι ακόμα και αν δεν έχεις ιδέα τι θέλει να πει.

Επίσης οι γνωστές επιρροές τους είναι εδώ, με τους Chameleons να είναι πάντα η πρώτη (και παντοτινή). Θυμάμαι τις πρώτες συγκρίσεις με τους Joy Division αλλά αν πραγματικά το καλοσκεφτείς δεν μοιάζουν και τόσο πολύ (καλά μπορεί και να μοιάζουν). Από την άλλη, οι R.E.M. των πρώτων album ήταν μια αναφορά που είχα διαβάσει κάπου-κάποτε, προκαλώντας μου αρχικά έκπληξη αλλά έκτοτε επανέρχεται στο μυαλό μου. Όπως για παράδειγμα, το εναρκτήριο κομμάτι του album, If You Really Love Nothing με τις «κουδουνιστές» κιθάρες αλλά και την γέφυρα μετά το ρεφρέν (ή μπας και μου θυμίζει πρώιμους U2; ). Ακολουθεί το Rover, πρώτο single του album, που είχα ήδη καταφέρει να ακούσω δεκάδες φορές πριν την κυκλοφορία του album. Είναι μάλλον είναι το καλύτερο τραγούδι του  “Marauder” και είναι γερό κόλλημα.

Το Complications φέρνει αρκετά σε κάθε τραγούδι που έχουν γράψει τα τελευταία χρόνια, και αυτό δεν το λέω για καλό. Ωστόσο το άγχος πως το “Marauder” θα είναι στο σύνολό του «μια από τα ίδια» αντικαθίσταται σιγά-σιγά από μια άλλη αγωνία που αρχίζει να μεγαλώνει καθώς τα κομμάτια ξετυλίγονται ένα-ένα. Αυτές οι αιθέριες κιθάρες, που μοιάζουν σαν γραμμές πουλιών που ταξιδεύουν ή αυτή η αίσθηση πως η μπάντα παίζει πίσω από έναν οπάλινο τοίχο και βλέπεις μόνο τις σκιές τους δεν θυμίζει τίποτα άλλο παρά το “Turn On the Bright Lights”. Στις μέχρι τις τώρα ακροάσεις μου αυτό το συναίσθημα συνήθως αρχίζει να με κατακλύζει στο κουπλέ του Stay In Touch με την θέρμη της φωνής του Banks και κορυφώνεται στο υπέροχο κλείσιμο του Mountain Child και φυσικά στο καταπληκτικό Surveillance, που έρχεται σαν ευπρόσδεκτη φθινοπωρινή βροχή που προσγειώνει τις ψιχάλες της στο πρόσωπο σου καθώς περιμένεις με τα χέρια ανοιχτά, κοιτώντας προς τα πάνω.

Και όμως δεν τελειώνει εκεί. Το Number 10, θα έπρεπε να το παίζει καθημερινά για το υπόλοιπο 2018, κάθε αξιοπρεπές ραδιόφωνο (δυστυχώς δεν έχουμε ένα τέτοιο στα fm), ενώ τα Party Is Over | και το It Probably Matters κλείνουν υπέροχα το album με το δεύτερο να κατοχυρώνει τη θέση του σχεδόν σε κάθε λίστα που σκέφτομαι να φτιάξω το επόμενο διάστημα, για τα μουδιασμένα, μελαγχολικά, φθινοπωρινά περπατήματα με μόνη συντροφιά τα ακουστικά μου.

Πάνε σχεδόν 10 χρόνια από την αποτυχημένη προσπάθεια των Interpol να καταξιωθούν στο mainstream (καλύτερα) και το σύντομο πέρασμα τους από την  πολυεθνική  Capitol. Πλέον, στο τρίτο τους album στην λατρεμένη Matador, δείχνουν να επανέρχονται και ποιος ξέρει να γίνουν επιτέλους το πραγματικά μεγάλο σχήμα που δεν μας άφησε το πολλά υποσχόμενο indie των 00s.

-7,5-

Υγ.: Παρατηρώ κάπου στη τρίτη παράγραφο αυτού εδώ του review να γράφω  «Το album δεν είναι κάτι εξωπραγματικό», ξαναδιαβάζω την τελευταία μου παράγραφο και ξαναπάω στην πρώτη παράγραφο. Αν τα δεις μεμονωμένα θα μπορούσες να πεις πως το κείμενο έχει γραφτεί από έναν άνθρωπο σε πλήρη σύγχυση. Μάλλον όμως θα προτιμήσω να το ερμηνεύσω πως το “Marauder” είναι ένα από αυτά, τα growers albums που σε κάθε ακρόαση σε κάνει να θες να προσθέσεις κάτι ακόμα στη βαθμολογία σου. Μένει να φτάσει το τέλος της χρονιάς για να σας πω αν όντως είναι ένα τέτοιο album ή απλά πως η πρώτη εκδοχή που ανέφερα επικράτησε.

Κείμενο: Βασίλης Μπέκας

Μοιραστείτε το άρθρο με τους φίλους σας