Μην Πυροβολείτε Τον Πιανίστα: Όταν θα πετάς φελλούς στο βαρέλι PDF Εκτύπωση E-mail
Πέμπτη, 03 Ιανουάριος 2013 19:24

Πριν μερικές δεκαετίες, ο κάθε πιτσιρικάς που έπαιρνε δώρο μια Stratocaster για τα γενέθλια του (ευχαριστώ μαμά, τώρα μπορώ να γίνω Elvis) , γρατζουνώντας τη παράφωνα και βρίσκοντας ένα υπόγειο και 2-3 συμμαθητές του με τις ίδιες ανησυχίες, μπορούσε να φτιάξει ένα συγκρότημα ή μια συμμορία. Στην περίπτωση του συγκροτήματος, τα γρατζουνίσματα γίνονταν σιγά σιγά τραγούδια μέσα στην πρόβα, καθώς κάποιος μουρμούραγε-φώναζε-μίλαγε από πάνω και ο ντράμερ έπιανε ένα 4άρι. Θα δήλωναν «Μαμά τώρα είμαστε μουσικοί, έχουμε συγκρότημα και θα γίνουμε πλούσιοι και διάσημοι» και δε θα έπεφταν και πολύ έξω πιθανότατα.

Μετά από λίγο καιρό θα μπορούσαν να παν’ στη διπλανή pub, να κουβαλήσουν τους ενισχυτές τους, να πιούν τα άντερά τους και να παίξουν τη μουσική τους. Ίσως έκαναν μερικές εμφανίσεις ακόμα, και αν αυτή η βαβούρα άξιζε κάτι, κάποιος manager-producer θα τους οδηγούσε στην πόρτα κάποιου πανάκριβου studio και νομοτελειακά σε μια δισκογραφική εταιρία. Εκεί θα έβγαζαν το δίσκο τους και τα αλλά θα τα διαβάζαμε στο νεόκοπο Rolling Stone Magazine.

Σημείωση πρώτη: Οι μουσικοί πιθανότατα δεν είχαν ιδέα από νότες και σίγουρα τα μόνα τραγούδια που ήξεραν να παίζουν ήταν τα δικά τους.

Σημείωση δεύτερη: Ο μόνος εξοπλισμός που χρειάζονταν για τα live τους ήταν το όργανό τους, άντε και κάποιος ενισχυτής (ίσως και λίγα ναρκωτικά… λέω εγώ…)

Σημείωση τρίτη: Δύσκολα θα έκαναν κάποια κίνηση για να βρουν εταιρία/μάνατζερ. Απλά θα περίμεναν να ανακαλυφθούν από τον «κυνηγό ταλέντων» (τρελή έννοια!)

Σημείωση τέταρτη: Η εταιρία θα έβγαζε το δίσκο επενδύοντας ένα μεγάλο ποσό το οποίο θα το έκανε απόσβεση αρκετά σύντομα. Βασικό κριτήριο θα ήταν όχι μόνο η δυναμική και το πόσο καλά είναι τα τραγούδια, μα η διάρκεια και η συνέπεια της μπάντας.

ΟΚ, Spock διακτίνησε με! Bazinga, ήρθαμε στο σήμερα!

-Ψηλέ, έχουμε πρόβα αύριο; Τι ώρα να κλείσω; Ο Παρανοϊκός θα έρθει; Τι ώρα τελειώνει από τη δουλειά ο Αλκοολικός; Με τον Μπετόβεν μίλησες;

-Γεια σας, ο Μπάμπης ο πιατινοκόφτης είμαι θέλω να κλείσω μια προβούλα αύριο…OK κομπλέ!

Φαντάζομαι, όποιος βαράει τα κλαπατσίμπανα έχει κάνει σίγουρα κάμποσες φορές αυτή τη στιχομυθία. Οι παραπάνω φανταστικοί τύποι (φανταστικοί σου λέω, γαμώ τα παιδιά!) έχουν ένα συγκρότημα στο όχι πολύ μακρινό παρόν. Ας εξετάσουμε λίγο τι κουμάσια είναι και βλέπουμε μετά, που το πάνε…

Ο Ψηλός

Ο Ψηλός, είναι φοιτητής στο Πολυτεχνείο. Το έχει το σπορ που λέμε. Παίρνει 8αράκια για πλάκα, διαβάζει κάμποσο, και ζορίζεται στο να βρει χρόνο να μελετήσει μπάσο. Ακούει  prog-rock, γουστάρει τις μπασογραμμές των Rush, και μπορεί να μην είναι πολύ τεχνικός, μα έχει σωστή μουσική παιδεία χάρη στα ιδιαίτερα που έκανε μικρός και έχει το μυαλό να παίζει εκεί που πρέπει και αυτά που χρειάζονται. Μόνο που στα live, στέκεται σαν στειλιάρι και δεν το κουνάει ρούπι. Ρε να μην έχει λίγο νεύρο κοτζάμ δυο μέτρα παλικάρι. ότι και να του πεις έχει ένα μπλαζέ ύφος, ενώ πρόσφατα κάποιος τον είδε «φρουρά» σε πορεία της ΚΝΕ.

Ο Παρανοϊκός

Είναι αυτοδίδακτος. Τρελό ταλέντο. Μορφή. Γράφει απίστευτα κομμάτια, έχει φωνή που τα σπάει και ξέρει πάντα τι θα ακουστεί καλύτερα. Δουλεύει από ‘δω και από ‘κει και ποτέ δεν μπορεί να στεριώσει κάπου, γιατί από τη μία δεν ξέρει να κάνει τίποτα άλλο σε ανεκτό βαθμό χρησιμότητας και από την άλλη βαριέται. Αυτή η βαρεμάρα όμως φτάνει μέχρι τις παρυφές της πρόβας και χαλάει το γλυκό. Δεν έχει καμία όρεξη να βγάζει διασκευές, και απλά τις ακούει στη διαδρομή για να πάρει μια ιδέα. Τα κομμάτια της μπάντας δεν μπορεί να τα παίζει πάνω από δυο φορές και θέλει συνεχώς να ψάχνουν νέο υλικό και να τζαμάρουν. Α, και μια μέρα θα πεθάνει από πνιγμό, μέσα στο χάος των καλωδίων από τα πετάλια του, που δε μπορεί ποτέ να ασχοληθεί να τα κάνει να δουλέψουν.

Ο Αλκοολικός

Είναι ο τύπος που είναι ο πιο άρρωστος με τη μπάντα. Φτιάχνει σελίδες στο Μyspace, στο Facebook, στο  Reverbnation, στο LastFM, στο Tunecore, στο Fandalism, στο Soundcloud και λοιπά. Ψάχνεται να βγάλουν φωτογραφίες, να φτιάξουν εξώφυλλα, να καλέσουν κόσμο στα live, ενώ όπου και να παίξουν, από την τελευταία κωλότρυπα, μέχρι…την αντιπροτελευταία κωλότρυπα χτυπιέται και γουστάρει σαν να μην υπάρχει αύριο. Αγόρασε κάρτα ήχου για να γράφουν ντέμο στο σπίτι, πήρε κάμερα για να φτιάξουν DIY video clip και γενικά καίγεται με τα πάντα όλα. Γράφει τα πιασάρικα κομμάτια και είναι πάντα συνεπής. Έχει δυο προβλήματα όμως. Το ένα είναι ότι κάπου ανάμεσα στο σκηνοθετηλίκι και το φωτογραφιλίκι, το web design και τα social media, χάνει μέρα με τη μέρα το μουσικό του mojo. Το δεύτερο είναι το πιώμα…Ρε τι είναι αυτό το παιδί;

Ο Μπάμπης ο Πιατινοκόφτης

Όπως θα συμπεράνατε είναι ο ντράμερ της παρέας. Έχει καταπιεί την κατσαρόλα με το Red Bull, αφού κάνει 2 δουλειές τη μέρα, το βράδυ παίζει σε σκυλάδικα, και πάντα φτάνει πρώτος στην πρόβα. Μπερδεύεται καμιά φορά στο Perfect Strangers και παίζει ζεϊμπεκιά φουλ, ενώ το swing του μοιάζει με ρούμπα. Αλλά βγάζει τόση ενέργεια και άχτι, που πήρε το παρατσούκλι πιατινοκόφτης. Δε στεριώνει πιατίνι για πιατίνι και δέρμα για δέρμα. Παίζει πάντα τόσο δυνατά, που όλοι ανεβάζουν την ένταση και στο τέλος ακούγεται μια βαβούρα στην πρόβα. Δεν είναι ο πιο διαβασμένος μουσικός, αλλά έχει εμπειρία που τον ξελασπώνει συχνά πυκνά. Γουστάρει τρελά, και θα σκότωνε τις μανάδες πολύ κόσμου για να μπορεί να παίζει μόνο μουσική. Αλλά…οι υποχρεώσεις τρέχουν!

Ο Μπετόβεν

Δάσκαλος, μέντορας και περισπούδαστος σολίστ. Έχει φάει τα νιάτα του στα ωδεία και τώρα τη βγάζει διδάσκοντας τα ίδια και τα ίδια, ένα παιδάκι τη φορά. Απίστευτος μουσικός με φοβερή τεχνική κατάρτιση. Ακούει από George Michael μέχρι Gorgoroth με την ίδια θέρμη και ξέρει όλες τις μπάντες του πλανήτη. Αυτό ίσως είναι και το ελάττωμα του. Πας να παίξεις ένα κομμάτι και πετάει κάτι fusion, κάτι jazz κάτι μπουρμπουλήθρες, κάτι shredding και γίνεται πόλεμος. Δε βγάζεις άκρη.  Έχει αποδομήσει τόσο τη μουσική όμως που δεν τον ενθουσιάζει τίποτα. Ότι κομμάτι και να του πας, θα σου πει ότι μοιάζει με το τάδε και η αρμονία του περνάει από φρύγιο σε μιξωλίδιο και βράσε ρύζι. Νιώθει λίγο περίεργα που πρέπει να εξηγεί συνέχεια διάφορα στους άλλους αούγκανους, αλλά γουστάρει να ξεφεύγει από την παρτιτουροκατάσταση και να το παίζει λίγο ροκ σταρ κι ας μην το παραδέχεται.

Αυτά τα παλικάρια λοιπόν, γνωρίζονται από το σχολείο. Παίξανε μαζί στην γιορτή του «Βάνει ο Ντούτσε τη στολή του» (παραπομπή σε προηγούμενο άρθρο) τα βρήκαν, γουστάρανε και από τότε προσπαθούν να φτιάξουν κάτι καλό για τη μπάντα τους.

Στο λύκειο ακούγοντας Nirvana και κοπανώντας τα φτηνά τους όργανα, πίστευαν ότι θα γίνουν διάσημοι και δε θα χρειαστεί να ασχοληθούν με ποταπές δουλειές, άγχη και ευθύνες. Όμως οι βαθμοί τριμήνου, τα φροντιστήρια, η πίεση να «πάρουν εφόδια τα παιδιά», να περάσουν σε καμιά καλή σχολή και να γίνουν επιστήμονες, δυσκόλευαν τα πράγματα. Έκαναν κοπάνες και μαζευόντουσαν σε ένα παρακμιακό υπόγειο προβάδικο και πάλευαν να στήσουν τα κομμάτια τους. Στην επαρχιακή πόλη όμως που έτυχε να βρεθούν, το punk-rock δεν το σήκωνε πολύ η ατμόσφαιρα. Το μόνο live που έκαναν (ή προσπάθησαν έστω) ήταν σε μια εκδήλωση του σχολείου, που στο δεύτερο κομμάτι ο διευθυντής ανέβηκε και έκλεισε τα μικρόφωνα. Ήταν το «Another brick in the wall βλέπετε…Όχι ότι ήξερε κανείς αγγλικά σε απόσταση 5 χιλιομέτρων, αλλά…δεν είναι πράγματα αυτά! Έθαψαν λοιπόν το επαναστατικό τους attitude με μια όμορφη και σεμνή τελετή μαζί με τον Cobain και πήγαν γι’ άλλα.

Στα καπάκια, και πριν το πάρουν χαμπάρι, βγήκαν τα μηχανογραφικά. Ο ένας στο τάδε κωλο-ΤΕΙ, ο άλλος θα την έκανε για έξω, ο τρίτος στο πανεπιστήμιο = επιστήμονας, και ο Μπάμπης έμεινε στην ίδια τάξη και δουλεύει ακόμα ντελιβεράς μεταξύ άλλων. Το ‘φέραν από ‘δω, το πάλεψαν από ‘κει. Μαζεύονταν καλοκαίρια, Πάσχα και Χριστούγεννα. Έπαιζαν όσο μπορούσαν, έκλεισαν κάποιες συναυλίες στις πόλεις που είχε αποικήσει ο καθένας και ετοίμαζαν και το ντέμο τους με τον Αλκοολικό στην κονσόλα. (στην καρτούλα ήχου του bedroom studio δηλαδή). Όλα φαίνονταν να πηγαίνουν καλά. Τελείωναν όλοι σιγά σιγά και μάλλον θα μετέφεραν και τη βάση τους στην Αθήνα, που έμοιαζε να τραβάει τους περισσότερους για διάφορους λόγους τον καθένα. Αλλά υπολόγιζαν χωρίς τον ξενοδόχο, θάβοντας κάτω από τόνους βιβλίων και σμικρύνσεων για σκονάκι, τα όνειρα για την παγκόσμια κυριαρχία στο ίδιο φέρετρο με τoν Dimebag.

Όπου ξενοδόχος βλέπε μαμά πατρίδα. και πάμε πάλι σκόρπιοι σε νησιά και σε φυλάκια, σε κορυφογραμμές και βισματικές καβάτζες. Ένας ένας την έκανε για μέσα, οι απέξω έμπλεκαν σε μυστήριες καταστάσεις και όλοι μαζί μετρούσαν μέρες. Άμα συντόνιζαν τις άδειες έκαναν κανένα jam και έπαιζαν σε καμιά καφετεριούλα για να «ξεμπουκώσουν». Μάζευαν και μερικά φράγκα στη ζούλα, ώστε όταν τελειώσουν με το καλό όλοι, να βάλουν πλώρη με το συγκρότημα για κανα mini-tour στο εξωτερικό και καμιά καλή παραγωγή για το δίσκο τους. Με γκρίνιες, σκοπιές και φυλακές όλοι…έγιναν άντρες και έθαψαν το παιδιάστικο ροκσταριλίκι μαζί με τον Dio

Όμως ρε μαγκάκο, η γκόμενα του Ψηλού είχε μείνει έγκυος και ο δύσμοιρος βάδιζε φουλ για την κρεμάλα. Βέβαια όσο αλανιάρης και χύμα να το έπαιζε, πάντα του άρεσε αυτή η ιδέα κατά βάθος. Ο Αλκοολικός είχε έτοιμη δουλίτσα στρωμένη και είχε μπλέξει με πελατείες, χαρτούρες και τα ρέστα μέχρι τα φρύδια. Από την άλλη ο Μπάμπης έπρεπε να βοηθάει και στο σπίτι, τη μάνα του και την αδερφή του, γιατί ο πατέρας του είχε αποδημήσει εις Κύριον και έτρεχε μέρα νύχτα σε δουλειές. Χώρια που ο Παρανοϊκός αποκάλυψε ότι φοβάται τα αεροπλάνα! Κάπου εκεί έχασαν την τελευταία πτήση των ρομαντικών τους φιλοδοξιών και προσγειώθηκαν μια και καλή στην σημερινή πραγματικότητα. Κάποιος θα πει ότι σαν άλλοι Eric Clapton γλύτωσαν από τη συντριβή και την έβγαλαν καθαρή. Άλλοι θα πουν «Better burn, than fade away» 

Το μόνο καλό είναι ότι είχαν βρεθεί όλοι στη Αθήνα. Αλλά τι να το κάνεις; Δύσκολα έβρισκαν πάνω από 2-3 ώρες τη βδομάδα για να παίξουν παρέα. Δουλειές, υποχρεώσεις, οικογένειες, δάνεια, λογαριασμοί. Μπορεί να είναι λίγο losers αν το δεις από μακριά. Αλλά ακόμα περνάνε ωραία όταν παίζουν μαζί. Δεν μαλλιοτραβηχτήκαν για εύκολα κερδισμένα πρόσκαιρα ροκ φράγκα. Περίμεναν, υποστήριξαν και βοήθησε ο ένας τον άλλο, σε όλα τα εμπόδια που τους παρουσιάστηκαν και δεν την έκαναν για «σόλο καριέρα». Δεν γύρισαν την πλάτη τους σε αυτά που έχει να προσφέρει η ζωή, μένοντας κολλημένοι σε κούφιες φιλοδοξίες και γέμισαν τις μέρες τους με έρωτα, φίλους  και οικογένεια αντί για κακότροπους roadies και φτηνές groupies. Δεν σιχάθηκαν τη μουσική παίζοντας κάθε βράδυ τα ίδια κομμάτια και λέγοντας τις ίδιες ατάκες, μα νοιώθουν σαν 16άριδες κάθε φορά που περνούν την πόρτα του στούντιο.

Στο κάτω κάτω το μόνο που σου μένει, όταν θα κάθεσαι και θα πετάς φελλούς στο βαρέλι, είναι να έχεις να λες ενδιαφέρουσες ιστορίες. Όχι για να εντυπωσιάζεις, όχι για να καυχιέσαι, μα για να θυμάσαι ότι παρόλο που δεν το σχεδίασες έτσι, μάλλον κύλησαν ωραία τα πράγματα και δεν πρέπει να είσαι γκρινιάρης. Και αυτό δεν είναι καθόλου λίγο…

Καλή χρονιά!

Κείμενο: Θάνος Λυμπερόπουλος

Περισσότερα άρθρα της στήλης, εδώ

Μοιραστείτε το άρθρο με τους φίλους σας