Μην Πυροβολείτε Τον Πιανίστα: Ο Σκύλος (The original) PDF Εκτύπωση E-mail
Πέμπτη, 06 Δεκέμβριος 2012 11:30

Μετά την τεράστια επιτυχία (βρισίδια, απειλές, και εν γένει κράξιμο από διάφορα…γατάκια) του προηγούμενου άρθρου, που λεγόταν «Είμαστε όλοι σκύλοι γκε γκε;», αποφάσισα ότι αφού όπως φαίνεται δεν υπάρχει γυρισμός, θα πέσω στα βαθιά. Αφού ασχοληθήκαμε λοιπόν με αργόσχολους συνοικιακούς rock stars, μανιοκαταθλιπτικούς ηχολήπτες και nerd ατάλαντους κιθαρίστες, με ωδεία που μυρίζουν φορμόλη και live-άδικα που βρωμάνε εκμετάλλευση, είναι καιρός να αγγίξουμε το ανέγγιχτο. Να εξερευνήσουμε το άπειρο, να ξεδιπλώσουμε το μίτο της Αριάδνης (Live music hall, 36ο Χλμ Αθηνών-Λαμίας) στο λαβύρινθο της ελληνικής νύχτας και να βρούμε το ον που έμαθε να ζει εκεί. Που αντί για ήλιο, έχει έναν προβολέα. Αντί για Marshall έναν Solitaire. Αντί για κοτσίδα, χαίτη λασπωτήρα. Αντί για μαύρο μπλουζάκι Enter Sandman, μαύρο πουκάμισο Santa Barbara. Αντί για σταράκι, σκαρπίνι. Που η τσάκιση στο παντελόνι, κόβει τη νύχτα στα δύο, (για να σε βρει, και σπάει τα ρολόγια και άλλες μαλακίες…). Που τα ανοιχτά κουμπιά δεν είναι ποτέ αρκετά, που το δαχτυλίδι στο μικρό δάχτυλο, ποτέ δεν είναι αρκετά μεγάλο, που η τρίχα στο στέρνο δεν είναι ποτέ αρκετά στριφογυριστή.

Χωρίς άλλες καθυστερήσεις σας παρουσιάζω…

Που ο σταυρός, δεν είναι ποτέ αρκετά χρυσός, που το μόνιτορ δεν είναι ποτέ αρκετά δυνατά, που το κόκκινο Johny δεν είναι ποτέ αρκετά μπόμπα, που το echo δεν είναι ποτέ τελείως πηγάδι! Bazinga!

ΟΚ σταματάω!!!

Ο ΣΚΥΛΟΣ (the original)

Βγαίνει κυρίως σε δύο ράτσες. Τραγουδιστής και μπουζουξής/κλαρινετίστας Παίζουν κάτι ημίαιμοι, κιθαρίστες, πληκτράδες και ντράμερ, αλλά συνήθως είναι λίγο πιο διακριτικοί. Ο original Σκύλος δεν παίζει στα παρακμιακά κέντρα, μέχρι η μπάντα του να πιάσει την καλή. Δεν είναι εκεί για να πληρώσει το νοίκι και τη δόση της Gibson στον Καγμάκη, ούτε για να αποκτήσει εμπειρία και να μάθει τη δουλειά. Είναι εκεί, γιατί αυτό γούσταρε πάντα. Τον τρόπο ζωής, με τα ατέλειωτα ξενύχτια, τα άφθονα ποτά και τις φτηνές γκόμενες. Τη μουσική, με τα ίδια κομμάτια μια ζωή, να ακροβατούν μεταξύ κλάψας και νταχτιρντί, και τα ταξίμια-αμανέδες που τρυπάνε τύμπανα. Τη μυρωδιά του φτηνού αρώματος της φάλτσας, milf τραγουδιάρας και του λιωμένου γαρύφαλλου, καθώς το σκουπίζει ο σερβιτόρος στο κλείσιμο…

Αυτό γουστάρει και αυτό είναι. Μπορεί να μη σου αρέσει, μπορεί να προσβάλει την αισθητική σου, αλλά πιθανότατα εσύ είσαι πιο ενοχλητικός! Δε θα σε πρήξει με τα κολλήματα του και δε θα σε σνομπάρει που ακούς «ξένα». Θα πιει νερό στο όνομα του Καζαντζίδη αλλά δε θα μειώσει την αξία των Porcupine Tree. Μπορεί να μην τους ακούει και να μην τους καταλαβαίνει, αλλά δεν θα το παίξει πολύξερος ή ότι είναι αυθεντία στη μουσική παγκοσμίως. Κοιτάει την πάρτη του, το μεροκάματο του και δεν ασχολείται με πολλά πολλά. Θα παίζει με τον Soliaire του για πάντα και δε δίνει δεκάρα για τον νέο λαμπάτο Mesa Boogie. Θα φοράει μαύρα πουκάμισα μέχρι την κηδεία του, και δεν τον νοιάζει να το παίζει Nu-metal αυτή τη βδομάδα, hardcor-ας την επόμενη και black-ας την παραπέρα. Θα παίζει σόλο του Σπόρου μέχρι να πάθει τενοντίτιδα και δεν θα ασχοληθεί με το νέο DVD του Paul Gilbert. Θα μου πεις, μα αυτός ο τύπος είναι μονόχνοτος, βαρετός και δεν εξελίσσεται σε τίποτα. Μέσα. Αλλά τι είναι ρε ψηλέ η εξέλιξη; Υποχρεωτικός φόρος του Βενιζέλου; Κι εσύ, τι είσαι για να κρίνεις; Ο καλός θεούλης επί γης;

Αυτός ο παρεξηγημένος τύπος όμως τυχαίνει πολύ συχνά να είναι ικανότατος μουσικός. Αν βρεθείς να παίζεις μαζί του, θα δεις ότι είναι ο μόνος που θα παίξει με τη μία το κομμάτι από διαφορετικό τόνο, χωρίς να ψάχνεται έναν αιώνα, όταν η πριμαντόνα δε «βγαίνει» τόσο ψηλά σήμερα, επειδή έκλεισε το λαιμουδάκι της, και θα σου απαντήσει με ταχύτητα αστραπής στην αιώνια ερώτηση «Ρε ψηλέ, τι τόνο είμαστε;». Σίγουρα οι καλαμπουρτζήδες είναι σε αφθονία εκεί έξω, αλλά μη βιαστείς να κρίνεις αρνητικά έναν λαϊκό μουσικό…ίσως ντροπιαστείς στο τέλος!

Όλοι θα έχετε δει διάφορα live γνωστών καλλιτεχνών του διεθνούς jet set. (και όχι δεν εννοώ την Άννα Βίσση, το Σάκη Ρουβά ή το Γιάννη Βασιλείου). Από τη J.Lo, έως τη Norah Jones, και από το Moby, ως τον Οzzy Ozbourne κλπ όταν βγαίνουν για συναυλίες, μαζεύουν μια backing band για να τους συνοδεύσει. Αυτοί οι τύποι, λεγόμενοι session ή touring musicians γυρνάνε σε αυτόν τον άδικο ντουνιά παίζοντας με όλο τον καλό και τον κακό κοσμάκη. Είναι απίστευτοι μουσικοί, με τεράστια παιδεία και γνώση. Δεν κάνουν ντράγκα ντρούγκα το μπαγλαμαδάκι τους μόνο on stage, μα αλλάζουν ήχο, παίξιμο και στυλ, ανάλογα με την περίσταση. Με την J.Lo είναι χαμογελαστοί pop τυπάδες, με τη Jones ψαγμένοι jazzy cool τύποι, με τον Moby φοράνε γυαλάκια-γιακαδάκια και πλακώνουν τα μπλιμπλίκια, ενώ με τον Ozzy χτυπιούνται σαν να μην υπάρχει αύριο.

Σου θυμίζουν κάτι τα παραπάνω; Αν είχαμε στα μέρη μας Ozzy και Norah Jones ίσως ο Σκύλος επέλεγε να παίξει μαζί τους και όχι με τη Μιχαέλα Ξεπετοπούλου ή τον Τζάνη Πράσινο. Αλλά στο κάτω κάτω της γραφής, αυτή είναι η μόνη διέξοδος για να βγάζεις ένα μεροκάματο της προκοπής σαν μουσικός, αυτή τη μουσική ακούει ο κόσμος, με αυτά μεγάλωσε και αυτά έμαθε να γουστάρει ο Σκύλος. Μήπως του έμαθαν τίποτα στο σχολείο ή στο ωδείο για άλλες μουσικές; Μήπως η tv και το radio προσφέρουν κάποιο άλλο ερέθισμα; Πάλι τα ίδια λέμε και στα ίδια γυρνάμε…

ΑΛΛΑ!

Μην πεταχτείς τώρα πάλι κι εσύ «ψαγμένε» σνομπ ηλίθιε, που και καλά γύρισες τον κόσμο και βρήκες την καλύτερη μουσική του σύμπαντος, ότι ο Σκύλος είναι κατώτερο ον και πρέπει να στήσουμε ένα ταμπούρι και να τον πολεμάμε. Ο καθένας τραβάει την πορεία του, ανάλογα, το χώρο και το χρόνο που μεγαλώνει, τις συγκυρίες και τα βιώματά του. Κανείς δεν είναι καλύτερος από κανέναν, γιατί κανείς δεν πρόκειται να ζήσει την ίδια ζωή με κάποιον άλλον για να συγκρίνουμε με ίδιους όρους. Κάνουμε τις επιλογές μας, τις κουβαλάμε και γινόμαστε αυτές και κανείς δεν μπορεί να κρίνει ποιες είναι καλές και ποιες κακές. Είναι αυτό που είναι. Το να βρίσκουμε αφορμές για να μειώνουμε κάποιους, για να αναδείξουμε «το μεγαλείο μας», δεν είναι καλό δείγμα χαρακτήρα ψηλέ. Μαζέψου. Ούτε το να χωριζόμαστε σε στρατόπεδα για να δημιουργούμε την ψευδαίσθηση «των δικών μας» και «των άλλων». Πόσο πια για να το χωνέψεις;

Κείμενο: Θάνος Λυμπερόπουλος

Περισσότερα άρθρα της στήλης, εδώ

Μοιραστείτε το άρθρο με τους φίλους σας