Μην Πυροβολείτε Τον Πιανίστα: Είμαστε όλοι σκύλοι! Γκε - γκε; PDF Εκτύπωση E-mail
Πέμπτη, 22 Νοέμβριος 2012 14:43

Το γυροφέρνουμε καιρό.

Όσοι διαβάζουν τακτικά μπορεί να το έχουν ψυλλιαστεί.

Το ότι κάνοντας μπάνιο, το πρώτο κομμάτι που βρέθηκαν να τραγουδάνε (δήθεν παρωδία) ήταν Μαζωνάκης, τους έφερε ένα βήμα πιο κοντά στην αλήθεια.

Όσοι ποστάρουν βίντεο του Παντελίδη «για να σπάσουν πλάκα» ίσως είναι ώρα να το ξανασκεφτούν, και όσοι πήγαν στην Πάολα επειδή τους «έσυρε με το ζόρι η παρέα» μάλλον πρέπει να παραδεχτούν ότι τελικά πέρασαν καλά.

Ψηλέ, let’s face it!

ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΣΚΥΛΟΙ

«Να μιλάς για την πάρτη σου ρε»

Χμ. Καλά…

Γεννιέσαι, και πας σούμπιτος για βαφτίσια. Σε πετάνε στην κατσαρόλα με τα λάδια, λες και είσαι κύβος Knorr και ο Μποντρίνι με τα μαύρα σου κάνει ανάκριση Ράμπο, αλλά Βιετκόνγκ. Ο νονός θέλει να κεράσει και ο πατέρας περήφανος για τον άντρακλα ή την κοπελάρα του, κλείνει μαγαζί για γλέντι. Μαζεύονται όλα τα σόγια, σε παρκάρουν σε μια γωνία μέσα σε ένα ταμπόν με ρόδες και ξεκινάνε. Οι μπάσες του Καζαντζίδη κάνουν το μαγαζί να τρίζει και ενώ τραγουδάει «Θεέ μου τη δεύτερη φορά που θα’ ρθω για να ζήσω», και όλο το τσούρμο αναστενάζει στο ζεϊμπέκικο, εσύ αναρωτιέσαι «ρε μαλάκες ακόμα δεν ήρθα για την πρώτη, τι παπάτζες είναι αυτά;»

Υπάρχουν και φωτογραφίες.

Περνάς στη σχολή. Το καμάρι μας «πέρασε πανεπιστήμιο». (άσχετο αν είναι ένα κωλό-ΤΕΙ της πλάκας, στου διαόλου το κέρατο). Οι γιαγιάδες κάνουν το τραπέζι όπου όλοι τρώνε μέχρι να σκάσουν. Όλος ο λαός τρίβει τις κοιλιές, καθαρίζει τα δόντια με την οδοντογλυφίδα, κρύβοντας και λίγο με το άλλο χεράκι γιατί είναι και του savoir vivre, ρεύεται αθόρυβα και πίνει σόδες. Ξάφνου κάποιος πλησιάζει το στερεοφωνικό, πετάει το συλλεκτικό «Έφη Θώδη Live at Κάτω Ραχούλα » στο cd, και τεζάρει την ένταση. Πετάγονται οι ουγκ, και ενώ νομίζεις ότι ήταν έτοιμοι για χειμερία νάρκη, πιάνονται χέρι - χέρι και στροβιλίζονται γύρω - γύρω με χάρη και περηφάνια. Εσύ αναρωτιέσαι «άντε να σηκωθώ να φύγω από δω μέσα να ησυχάσω από τα βλάχικα! Εγώ ακούω μόνο Iron Maiden.» Μόνο όμως!

Υπάρχουν και φωτογραφίες.

Παντρεύεσαι. Λιωμένος από την ταλαιπωρία των ημερών, οδεύεις για το «Κοσμικό κέντρο διασκέδασης». Όλοι σε κοίταγαν σαν εξωγήινο όταν είπες ότι ήθελες να κάνεις το πάρτι στη Rebound (υπάρχει ακόμα άραγε;). Με συνοπτικές διαδικασίες ο κουμπάρος που είναι κουβαρντάς, έκλεισε αίθουσα στο Σχιστό, και να’ σαι! Η ορχήστρα παίζει κάτι κλάψες. Η γυναίκα σου σε τραβάει να χορέψετε ένα ρομαντικό μπλουζ. Κάπου στη μέση της διαδρομής μεταξύ τραπεζιού και πίστας καταλαβαίνεις ότι είναι Πάριος. Πας να κάνεις μεταβολή, αλλά τώρα πια είναι αργά. Καθώς η βραδιά προχωράει, η νυφούλα σου τρίβεται, πίνεις μερικά ουίσκι, και βρίσκεις τον εαυτό σου να χορεύει τσιφτετέλι πάνω στο τραπέζι.

Υπάρχουν και φωτογραφίες.

Οπότε άσε το «να μιλάς για την πάρτη σου» διάολε!

Όλοι βρεθήκαμε σε σκηνικά σαν τα παραπάνω. Είτε σαν φοιτητές μετά, είτε σαν φαντάροι, είτε με τους κολλητούς μας, είτε με τους γονείς μας, ξεμείναμε καταμεσής μπουζουκιών και γαρυφάλλων. Άλλοι για γκόμενες, άλλοι για την παρέα, άλλοι επειδή είναι ότι να’ ναι. Και όποιος δεν είναι κολλημένος γούσταρε κιόλας.

Το λαϊκό τραγούδι που σήμερα κατάντησε σκυλάδικο είναι είτε το θέλουμε είτε όχι, είναι ποτισμένο, μπολιασμένο, σφηνωμένο, στην κουλτούρα μας. Δεν πα να ξημεροβραδιάζεσαι στο 6 dogs και να ακούς ότι καινούργιο και ψαγμένο indie, δεν πα να μπαστακώνεσαι στο Vinyl Microstore και να ψαχουλεύεις βινύλια soul, reggae από τα ‘70s, μόλις συσπειρωθεί η ομήγυρη, σε κάποιο κουτούκι, στην καλύτερη, γαβ - γαβ, στην χειρότερη (πιθανότερη), θα βρεθείς.

Έτσι φιλαράκο μεταλλά, ροκαμπιλά, χιπχοπά και λοιπά. Αναγνώρισε εν αρχή ότι σε αυτή τη χώρα είσαι μειονότητα. Συντριπτική. Είτε το θέλεις, είτε όχι. Αποδέξου ότι υπάρχει αυτή η πραγματικότητα, και αν βρεθείς σε μια τέτοια κατάσταση, άσε τη γκρίνια και κοίτα να κάνεις κάτι καλύτερο από το να κράζεις τους πάντες και τα πάντα μεταδίδοντας τη μιζέρια σου. Δεν υπάρχει αστυνομία της μουσικής δυστυχώς ή (πιθανότατα) ευτυχώς, που να κρίνει τι είναι καλό να ακούς και τι όχι, και μην βάζεις τη μπέρτα του τιμωρού εσύ.

ΟΧΙ ψηλέ. Το να ακούς γερμανικό Krautrock δε σε κάνει καλύτερο από τον άλλο που ακούει Μαργαρίτη. Απλά ακούτε διαφορετική μουσική. (συν ότι τη δικιά του την ακούν και άλλοι άνθρωποι)

ΟΧΙ ψηλέ. Το ότι βουτηχτές στη λάσπη του Glastonbury, δε σε κάνει πιο ψαγμένο από τον τύπο που γύρισε τον κόσμο ανάποδα για να κλείσει πρώτο τραπέζι στην πρεμιέρα της Θεοδωρίδου. Απλά έχετε πολύ ελεύθερο χρόνο και πολλά λεφτά. (συν ότι ο άλλος φεύγει καθαρός, βγάζει και γκόμενα)

ΟΧΙ ψηλέ. Το ότι μαζεύεις όλα τα βινύλια του Zappa δε σε κάνει πιο μάγκα από τον άλλο που μαζεύει όλα τα βινύλια του Γονίδη. Απλά είστε απλά και οι δύο καμένοι. (συν ότι δεν έχετε λεφτά πλέον ούτε για Glastonbury ούτε για Θεοδωρίδου)

Μα θα μου πεις «δεν υπάρχει καλή και κακή μουσική;» Εγώ αυτά που ακούω είναι τέχνη και τα άλλα είναι σκουπίδια.

Μαζί σου, αλλά μουσική είναι ότι συγκινεί τον καθένα. ότι τον κάνει να θυμάται, να χαίρετε, να στεναχωριέται, να τραγουδάει και να χορεύει. Και αφού είμαστε μπολιασμένοι με τα λαϊκά, είναι φυσικό να τα συνδέουμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε με πολλές καταστάσεις, και ο πιο πολύς κόσμος να αρκείται σε αυτά και να είναι καθόλα νόμιμος.

Όπως εσύ πήρες έναν πίνακα από το IKEA και τον κρέμασες στον τοίχο, επειδή πήγαινε με τον καναπέ, και δεν γύρισες όλες τις γκαλερί, αφού η ζωγραφική δεν είναι το thing σου, έτσι και η γκομενίτσα στο απέναντι μπαλκόνι, βάζει Ντέρτι FM επειδή πάει με τη διάθεση της και πορεύεται με αυτό στην ευχή του θεού. Θα ήθελες ένας φίλος της ζωγραφικής, που θα καλέσεις σπίτι σου να αρχίσει να διαμαρτύρεται για τα «σκουπίδια» που έχεις βάλει στα ντουβάρια σου;

Θεωρώ το γνήσιο λαϊκό τραγούδι το αντίστοιχο των μπλουζ και της folk των φίλων Αμερικάνων και Άγγλων. Την εποχή του Τσιτσάνη που κακοφωνούσε εκπληκτικά κομμάτια, στη USA το ίδιο έκανε και ο Dylan. Όταν ο Καζαντζίδης τραγούδαγε για την εργατιά και την ξενιτιά, o John Lennοn έβγαζε άσματα τύπου Working Class Hero, και όταν ο Hendrix έσπαζε κιθάρες και ανακάλυπτε το Wah, ο Χιώτης έλιωνε το μπουζούκι και του έβαζε και τέταρτη χορδή (ή 7η και 8η αν θέλετε). Απλά οι μεν είχαν την Αφρική πιο κοντά μέσω των σκλάβων και εμείς την Ανατολή λόγω θέσης και επηρεαστήκαμε διαφορετικά. Αυτό είναι όλο.

Το ότι μετά την λαϊκή παράδοση την πήρε στα χέρια του ο κάθε Φοίβος και ο κάθε ατάλαντος παραγωγός και την έκανε μια φτηνή εφήμερη βαβούρα, είναι κάτι άλλο. Είναι το αποτέλεσμα της κοινωνικής, μορφωτικής και (τώρα που τσούζει) οικονομικής κατρακύλας, αυτής της χώρας από την αρχή της δεκαετίας του ’80. Με το εύκολο χρήμα, το βόλεμα, την μετατροπή της κουλτούρας σε βρισιά (ο κουλτουριάρης γαρ) για χάρη του λαϊκισμού, της αντιπαροχής, του ρουσφετιού και λοιπά. Αυτοί είμαστε παλικάρια και καμία «ξένη» μουσική δεν πρόκειται να το αλλάξει σύντομα.

Ένας ακόμα σημαντικός παράγοντας όμως που μας έφερε εδώ είναι τα στρατόπεδα. Οι δεξιοί και οι Αριστεροί, οι ΝΔ και οι ΠΑΣΟΚ, οι βάζελοι και γαύροι. Που ο καθένας κοιτάει τον εαυτό του, την παράταξη του και αγνοεί ότι όλοι στην ίδια σούπα βράζουμε και είμαστε «εύγευστα μεζεδάκια» που έλεγε και ο Άσημος. Οι σκυλάδες και οι ροκάδες.

Ίσως αν σταματήσουμε να χωριζόμαστε και δούμε τι κοινά έχουμε, αλλάξουμε ρώτα προς το καλύτερο. Ίσως απλά σταματήσουμε να τσακωνόμαστε για το ποια μουσική είναι η καλύτερη και να αισθανόμαστε ένοχοι που ακούσαμε ένα λαϊκό κομμάτι και γουστάραμε ή που πήγαμε σε ένα μαγαζί που παίζει «ξένα» και περάσαμε καλά. Κάτι είναι κι αυτό…δε συμφωνείτε;

Κείμενο: Θάνος Λυμπερόπουλος

Περισσότερα άρθρα της στήλης, εδώ

Μοιραστείτε το άρθρο με τους φίλους σας